24.3.06

"Εμάθαμε μόνο να πολεμούμε"

Στα αδέλφια μου, που κάναν τη γιορτή μας τριπλή και τετραπλή και σε όλους που είναι στο «εμείς» κι όχι στο «εγώ».

Επειδή σε τούτο το γένος ο παππούς του καθενός μας ανδραγάθησε, ευεργέτησε, πόνεσε κι ελέησε, μαρτύρησε, έχουμε αίμα γαλανό. Και μαζί έχουμε το υψηλότερο ποσοστό κατά κεφαλήν αγιότητος στον κόσμο.

«Κανενός η φωνή δεν είναι μόνο δικιά του. Το να το πιστεύει κάποιος, αυτό είναι οίηση.»
Αλβέριχος ο ευλογέρων

Τη μέρα που θάψαμε τη γιαγιά Βιργινία, ήμασταν όλη η γενιά της εκεί και μαζί όλοι όσοι ευεργέτησε, που μισή μπουκιά να είχε θα την έδινε. Μόλις φύγαν οι πολλοί, μείναμε πίσω ο αδελφός, η αγγόνα της κι ο δίγγονός της. Ο αδελφός αργά, αντρίκια, άρχισε να τη μοιρολοεί, εγώ δεν μπορούσα, ήταν τα μάτια μου γεμάτα δάκρυα, ο κόμπος στο λαιμό ασήκωτος, κρατούσα το χέρι του παιδιού μου σφιχτά μη μου το αρπάξει ο χάρος από λάθος, ο αδελφός τη μοιρολόησε, τον άκουγα να λέει «πως πολεμά, άει γειά σας παιδιά, πως πολεμά, άει η Τζαβέλαινα», άκουγε κι ο δίγγονός της, κι είπε, ισιώνοντας το κορμάκι, με ψιλή τη φωνή «μαμά, γιατί τη λέει Τζαβέλαινα; Αφού είμαστε Μποτσαραίοι», και με έπιασαν λυγμοί, που πάντα μαθαίναμε πως με τους Τζαβελαίους δεν τα πηγαίνουμε καλά, κι όμως την ώρα ετούτη τα άλλαζε όλα το τραγούδι, και θυμόμουν πως όταν με στήριζε στα δύσκολα Τζαβέλαινα μ έλεγε κι εκείνη, έσφιγγε τη γροθιά, ίσιωνε το κορμί και μ ελεγε Τζαβέλαινα…

Δεν είχα φωνή να του πω, πολύ αργότερα γύρισε η φωνή και του είπα του τελευταίου της γενιάς της πως η γιαγιάκα του η κατάλευκη, η γερμένη, η γιαγιάκα μου που μου την άρπαξε ο καρκίνος, ήταν η πιο γενναία, η πιο σπουδαία, η πιο περήφανη κι η πιο όμορφη γυναίκα που γνώρισα ποτέ. Ακούς; Η πιο γενναία, η πιο σπουδαία, η πιο περήφανη κι η πιο όμορφη γυναίκα που γνώρισα ποτέ.

Όλαις ταις καπετάνισσαις από το Κακοσούλι
Όλαις την Άρτα πέρασαν, τα Γιάννενα τοις πάνε,
Σκλαβώθηκαν οι αρφαναίς, σκλαβώθηκαν οι μαύραις,
Κι η Λένω δεν επέρασε, δεν την επήραν σκλάβα.
Μον πήρε δίπλα τα βουνά, δίπλα τα κορφοβούνια,
Σέρνει τουφέκι σισανέ κι εγγλέζικα κουμπούρια,
Έχει και ’ς τη μεσούλα της σπαθί μαλαματένιο.
Πέντε τούρκοι την κυνηγούν, πέντε τζοχανταραίοι.
-Τούρκοι, για μην παιδεύεστε, μην έρχεστε σιμά μου,
σέρνω φουσέκια ’ς την ποδιά και βόλια ’ς τοις μπαλάσκαις.
-Κόρη για ρίξε τα άρματα, γλύτωσε τη ζωή σου.
-Τι λέτε μωρ’ παλιότουρκοι και σεις παλιοζαγάρια;
Εγώ μαι η Λένω Μπότζαρη, η αδελφή του Γιάννη,
Και ζωντανή δεν πιάνομαι εις των τουρκών τα χέρια.
Εγώ μαι η Λένω Μπότζαρη, η αδελφή του Γιάννη,
Π’ έκαμε την Αρβανιτιά και ντύθηκε στα μαύρα.

Είμασταν στο χωριό, στο σπίτι, ήμουν εικοσιτρία, η πιο μικρή κι η πιο άμυαλη, είμασταν όλες οι γυναίκες, μαυροφορεμένη η προγιαγιά, η ευλογημένη Κούκαινα, μαυροφορεμένη η γιαγιά η Βιργινία, στα χρώματα η μανούλα μου, Δόξα τω Θεώ, είμαστε ένα γύρω στην αυλή, τρίβαμε ρίγανη και λέγαμε και θυμόνταν τους πόνους και τις χαρές. Πως ήρθε η κουβέντα, είπε η γιαγιά που την ταυτότητα της μάνας της την χαρίσανε στο μουσείο του Σουλίου, γιατί φαίνεται το γένος, που κρατά από το Μάρκο. Και κόντεψε να μου φύγει η ρίγανη απ τα χέρια, και έμεινα κόκκαλο, εικοσιτρία χρόνια τίποτε, κουβέντα, «Τι λες, ρε γιαγιά; Θα μας τρελλάνεις; Θες να πεις ότι κατάγεσαι από το Μάρκο και το μαθαίνω τώρα;». Σήκωσε το όμορφο κεφάλι της, ένα μέτρο η κάθε ολόλευκη κοτσίδα πλεγμένη στεφάνι γύρω του, σήκωσε τα μάτια που έκλαψαν δεκατέσσερα παιδιά, κι είπε: «Γιατί, κόρη μ’; Τι παραπάνω έκανε ο Μάρκος από μας;».

«Ο πασάς δεν είχε αμφιβολία ότι γρήγορα θα κυριέψει το Μεσολόγγι. Προτού αρχίσει τις επιχειρήσεις, έστειλε μήνυμα στους πολιορκημένους προτείνοντάς τους να συνθηκολογήσουν. Αν ήθελαν να παραδοθούν, έπρεπε να στείλουν στο στρατόπεδο του Ιβραήμ αντιπροσώπους που να ξέρουν κι άλλη γλώσσα εκτός των ελληνικά. Οι έλληνες έδωσαν τη ακόλουθη απάντηση στον αποσταλμένο του Ιβραήμ: «Εμείς είμαστε αγράμματοι και γλώσσες δε μάθαμε. Εμάθαμε μόνο να πολεμούμε».

Ήταν γυναίκα της Πίνδου η γιαγιά, κατάλαβες; Ανέβαινε μαζί με την πεθερά της το βουνό «γιατί τα ζώα ψοφάγανε, εμείς αντέχαμε», άφηνε τα τρία μικρά της πίσω, κορίτσι 19 χρονώ, μια κούκλα, «φοβόμουν, μου ’λεε η μάνα, μη φοβάσαι Βέργω μ’, το βόλι που θα σεύρει δεν τ’ ακούς». Αντάρτης ο παππούς, μόνη της πάλευε να μεγαλώσει τα παιδιά της, έχασε παιδιά μεγάλα, παιδιά μωρά, θυμόταν όλα τα μνημόσυνα, γέμιζαν τα μάτια της, έκανε το σταυρό της κι ύστερα μας σταύρωνε κι εμάς. Είμασταν πλούσιοι με τον τρόπο που πλουτίζει τον άνθρωπο η ρίζα. Παινευόταν η γιαγιά, παινευόταν που «μια κότα να σφάξει, τρώει όλη η οικογένεια», είκοσι νοματαίοι, έλαμπε που της λέγαμε πως κάνει τον πιο ωραίο μπακλαβά του κόσμου κάθε Χριστούγεννα, ήταν χώμα κι ουρανός σ ότι κι αν έκανε. Κι όποτε θυμώναμε για την πατρίδα που πεθαίνει, την Ήπειρο, έσφιγγε τη γροθιά, έσφιγγε το σαγόνι, ζητούσε να μη ξεχάσουμε πως, εκεί είναι η ρίζα και το σπίτι μας. Η γιαγιά μου. Η πιο γενναία, η πιο σπουδαία, η πιο περήφανη κι η πιο όμορφη γυναίκα που γνώρισα ποτέ.



Ήθελα να σου πω: στην πέτρα που καθόμασταν, μπρος από την κάμαρα της γιαγιάς στο χωριό, εχει μια εννιάρα χαραγμένη. Εκεί έμαθε εννιάρα η γιαγιά μου απ τη γιαγιά της, εγώ απ την προγιαγιά μου, εκεί, να μ αξιώσει ο Θεός, θα μάθω στα αγγόνια μου εννιάρα. Εκεί, μας έμαθε η γιαγιά και δυό ποιηματάκια. Το «φεγγαράκι μου λαμπρό»
και το



«Για της πατρίδος την ελευθερίαν,

Για του Χριστού την πίστιν την αγίαν,
Γι’ αυτά τα δύο πολεμώ,
Μ’ αυτά να ζήσω επιθυμώ
Κι αν δεν τα αποκτήσω,
Τι μ’ ωφελεί να ζήσω;»


«Η ελληνική Επανάσταση είναι η πιο πνευματική επανάσταση που έγινε στον κόσμο. Είναι αγιασμένη. […] Η λευτεριά είναι η θεότητα που λατρεύει ο επαναστάτης και γι αυτήν χύνει το αίμα του. Μα τη λευτεριά, πολλές φορές, σαν την αποκτήσει ο επαναστάτης, δεν την μεταχειρίζεται για πνευματικούς σκοπούς, αλλά για να χαρεί την υλική ζωή μονάχα. Κοντά στην υλική ζωή έρχεται κι η πνευματική, μα τις περισσότερες φορές για πνευματική ζωή θεωρούνε οι άνθρωποι κάποιες απολαύσεις που είναι κι αυτές υλικές, κι ας φαίνουνται για πνευματικές.[…] Για τις περισσότερες επαναστάσεις, οι αιτίες που τις κάνανε να ξεσπάσουνε ήτανε υλικές κι η ελευθερία που επιδιώξανε ήτανε προορισμένη να ικανοποιήσει μονάχα υλικές ανάγκες. Η ελληνική όμως Επανάσταση είχε μεν για αιτία και τις υλικές στερήσεις και την κακοπάθηση του κορμιού, αλλά, πάνω από αυτές τις αιτίες είχε και κάποιες που ήταν καθαρά πνευματικές. Και πνευματικό, κατά τη γνώμη μου, αληθινά πνευματικό, είναι ότι έχει σχέση με το πνευματικό μέρος του ανθρώπου, με την ψυχή του, δηλαδή με τη θρησκεία. […]

Για τον έλληνα πίστη και πατρίδα είχανε γίνει ένα και το ίδιο πράγμα κ’ η λευτεριά που ποθούνε όλοι οι επαναστάτες, αλλά η λευτεριά να φυλάξουνε την αγιασμένη πίστη τους που μ αυτήν ελπίζανε να σώσουν την ψυχή τους. […] Για τούτο, κατά τα χρόνια της σκλαβιάς, χιλιάδες παλληκάρια σφαχτήκανε και κρεμαστήκανε και παλουκωθήκανε για την πίστη τους, αψηφώντας τη νεότητά τους, και μη δίνοντας σημασία στο κορμί τους και σε τούτη την πρόσκαιρη ζωή. Στράτευμα ολάκερο είναι οι άγιοι νεομάρτυρες, που δε θανατωθήκανε για τα υλικά αγαθά τούτης της ζωής, αλλά για την πολύτιμη ψυχή τους, που γνωρίζανε ότι δε θα πεθάνει μαζί με το κορμί, αλλά θα ζήσει αιώνια. Η ελευθερία που γι αυτήν θυσιαζότανε, δεν ήταν κάποια ακαθόριστη θεότητα, αλλά ήτανε ο ίδιος ο Χριστός, που γι αυτόν είπε ο απόστολος Παύλος: "όπου το Πνεύμα του Κυρίου, εκεί είναι κ’ η ελευθερία".[…]

Για τούτο είναι αγιασμένη η ελληνική Επανάσταση, κι αγιασμένοι οι πολεμιστές της, όπως ήτανε αγιασμένοι όσοι πολεμήσανε με τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, πριν από τρακόσα εξήντα οκτώ χρόνια, κατά το πάρσιμο της Πόλης, καταπάνω στον ίδιον οχτρό της πίστης τους. […] Η Ορθοδοξία έγινε ένας λόγος άδειος στα στόματα των σημερινών φραγκοδασκαλεμένων δασκάλων. Μα η αληθινή Ορθοδοξία, που είναι πλούτος και ρίζα αθανασίας, είναι φυτρωμένη βαθιά στην καρδιά του ορθοδοξώτατου λαού μας που όσο δεν ήθελε να τουρκέψει, άλλο τόσο δεν ήθελε να φραγκέψει».


Της άρεσε πολύ να λέει την ιστορία του παπα-Παρθένη, που έκρυψε τους έντεκα παππούδες μας το 1860, πριν τους θανατώσουν (άλλη φορά θα σου πω), και που τον τρέμανε οι τούρκοι, τον παπα-Παρθένη της αγια-Σωτήρας, που ήταν μπάσταρδος και μια φορά, στο πανηγύρι της Σωτήρας, ο αγάς τον φώναξε έτσι για να τον προσβάλλει μπρος σε όλο το χωριό «Ε, παπα-μπάσταρδε, έλα δω!», και γύρισε και του πε ο παππούλης, που ν αγιάσει το στόμα του, «Μπάσταρδος ήταν κι ο Καραϊσκάκης, αγά μου, και σας γάμησε τη μάνα». Και γελούσε η γιαγιά σαν κοριτσάκι που καμε ζαβολιά, και κοκκίνιζε ολόκληρη, όπως ολόκληρη γελούσε, και το έλεγε ακόμη μια φορά χαμηλόφωνα, με έκπληξη, λες και δεν το χωρούσε ο νους της, «Μπάσταρδος ήταν κι ο Καραϊσκάκης και τους γάμησε τη μάνα!».

Κι έλεγε και πως θύμωσε ο αγάς και έστειλε τους βλάχους να πατήσουν τα χωράφια του μοναστηριού και όταν τους είδε ο Παρθένης ούτε φώναξε ούτε πήγε να πει τίποτε του αγά, μόνο πήγε μπρος στο κόνισμα και είπε: «Άκου να σου πω, Σωτήρα, δε θα σου κάνω γω όλες τις δουλειές. Δικά σου είναι τα χωράφια. Άμα θες άστους, άμα θες διώχτους. Ότι θες κάνε». Και το άλλο πρωί ήταν όλα, σκηνές, οικοσκευές, ρούχα των βλάχων μες στο φίδι, τόσα φίδια δεν έχεις ματαδεί, και ξεκουμπιστήκανε και ησύχασε ο Παρθένης.

Τα καλοκαίρια στο χωριό, μας πήγαινε να μας δείξει το δέντρο που φύτεψε ο πατροΚοσμάς, κι όταν κάποτε, αυστηρή έφηβη, της είπα πως σιγά μη το φύτεψε εδώ το μπαστούνι, δε σώζεται να το φύτεψε στο χωριό της αλλά σε άλλο χωριό, με κοίταξε αυστηρά, που τόλμησα να αμφισβητήσω τα λόγια της, που της τα πε η μάνα της κι αυτής η μάνα της, κι αυτής η μάνα της, κι άρα είναι η αλήθεια μας. Και το γλίτωσα το χαστούκι γιατί η γιαγιά δεν σήκωσε ποτέ χέρι σε κανέναν, αλλά μου άξιζε. Αυτό το δέντρο, λοιπόν, γιέ μου, αυτό το δέντρο ανηψούδα μου, αυτό είναι κείνο το μπαστούνι που φύτεψε ο πατροΚοσμάς κι άνθισε τη μέρα της λευτεριάς, γιατί όπου πέρασε ο πατροΚοσμάς έσπειρε κι άνθισε και κάρπισε…

Να μας θυμάσαι εκεί πάνω, γιαγιά μου.

Τα δανεικά και δικά, πράσσινα, με τη σειρά που μπήκαν στο κείμενο: δημοτικό, Άγγελος Βλάχος «Ένας φιλέλλην για το 21», Φωτίου Κόντογλου αποσπάσματα από τα «Η αγιασμένη Επανάσταση» και «Στολή Αφθαρσίας» ενοποιημένα, δημοτικό. H εικόνα του μαρτυρίου του αγίου Ζαχαρία του αρτινού, από εδώ.

19 σχόλια. Εσείς τι λέτε;

Blogger Alpha έφα...

τώρα τι να πώ?
ότι το παράκανες?

ότι γράφεις τόσο καλά, τόσο απίστευτα καλά που, που, που θα πρέπε να βγεί εκτός blog?

ότι είμαι περήφανος που μπορεί κάποιος σήμερα να ναι ταυτόχρονα τόσο πολύ ευρωπαίος(ποστ σου για ιρλανδία κλπ) και τόσο πολύ σουλιώτης, με τόσο βαθειά γνώση της ιστορίας, τόσο πολυδιάστατος, που πραγματικά δίνει ελπίδες σ αυτο το άχρωμο άστικο τοπίο που μας έβαλαν να ζούμε?

ότι αν και συχαίνομαι το ροζ, κατάφερες κι αυτό ακόμα να με κάνεις να το συμπαθήσω αφού είναι το φόντο των γραπτών σου?

ότι τη φράση "το βόλι που θα σεύρει δεν τ ακούς" την θεωρώ το καλύτερο ξόρκι απέναντι στο φόβο του θανάτου που άκουσα ποτέ?

κι είναι κι άλλα πολλά.αλλά άστο.

να ζήσεις να τη θυμάσαι!

3/24/2006 02:43:00 π.μ.  
Blogger NinaC έφα...

Όλα εξηγούνται, λοιπόν, και τίποτα δεν είναι τυχαίο: υπέροχη εγγόνα, υπέροχης γιαγιάς!

Υ.Γ. Λες να ψιλοκουβεντιάζουν οι γιαγιάδες μας, εκεί πάνω, Μιραντώ?

3/24/2006 02:58:00 π.μ.  
Blogger Chaca-Khan έφα...

bloggo-meeting (i.e. μεθύσι κ χορός) το σάββατο.αυτό το μήνυμα έχει γραφτεί με τον ίδιο τρόπο σε πολλά άλλα blogs. όποια κάποιος θεωρούσε κάτι. feel free να το διαδώσεις όπου θες. συντονίσου

3/24/2006 04:06:00 π.μ.  
Blogger Mirandolina έφα...

Μωσαϊκ, με τσακισες.Σε ευχαριστώ και σε ασπάζομαι. Αντιστεκόμαστε, όσο αντέχει ο καθένας.

Κούκλα μου, ναι. Τα λένε και προσπαθούν να καταλάβουν πως βρεθήκανε οι αγγόνες τους "με τούτα τα μηχανάκια του οξαποδώ, ο Θεός να φυλάει, Παναγία μου"!

(τσακακαν, εδημοσιοποιήθεις κι εδώ, ντοντσα ουώρυ)

3/24/2006 08:35:00 π.μ.  
Blogger Γιώργος έφα...

Ευλογέρων?
O καιρός γαρ εγγύς :-)

3/24/2006 10:50:00 π.μ.  
Blogger Κωστής Γκορτζής έφα...

Ένας ακόμη λόγος να περηφανεύομαι για τη βαθιά καταγωγή μου απ' την Ήπειρο. Όχι μόνο η γιαγιά σου -και η γιαγιά μου- αλλά κι εσύ.
Την ουσία του κειμένου, όπου με τα μαγικά σου καταφέρνεις να περιγράψεις τα καλά και τα κακά με την ίδια γλυκύτητα, την αφιερώνω, με την άδειά σου, στον γιό μου και στην κόρη μου.

3/24/2006 12:26:00 μ.μ.  
Blogger J95 έφα...

Τι λες, ρε γιαγιά; Θα μας τρελλάνεις; Θες να πεις ότι κατάγεσαι από το Μάρκο και το μαθαίνω τώρα;

Και πού να δεις τώρα που θα μάθεις ότι είμαστε συγγενείς.

(hint: το μποτσαρέικο ήταν το μεγαλύτερο αρβανιτόσογο της Ηπείρου. Κατάγεται πολύς κόσμος από εκεί, άιμ αφρέηντ)

3/24/2006 01:31:00 μ.μ.  
Blogger Γεώργιος Χοιροβοσκός έφα...

ο Παρθένης ούτε φώναξε ούτε πήγε να πει τίποτε του αγά, μόνο πήγε μπρος στο κόνισμα και είπε: «Άκου να σου πω, Σωτήρα, δε θα σου κάνω γω όλες τις δουλειές. Δικά σου είναι τα χωράφια. Άμα θες άστους, άμα θες διώχτους. Ότι θες κάνε».

Τον πάω γιατί είχε προσωπική σχέση και του τάψελνε απο αγάπη.

3/24/2006 01:45:00 μ.μ.  
Blogger Mirandolina έφα...

Αλβέριχέ μου, εκ του ευλογ και του γέροντος δηλαδή σοφού, βγαίνει – όχι εκ του γήρατος!

Ημίαιμε, σε ευχαριστώ πάρα πολύ για την τιμή και να μου τα φιλήσεις.

Εντάξει Τζέυ, τώρα εξηγούνται όλα. Σε είχα παρεξηγήσει! Νόμιζα ότι πάσχεις από θεϊκό σύνδρομο, με αυτά τα αλάθητα και τα «μόνο εγώ διαβάζω κάτω από τις λέξεις»... Αλλά, εν τέλει φταίει το νεαρόν της ηλικίας, το ηπειρώτικο κεφάλι κι ότι τα αγοράκια είστε ανταγωνιστικά και σου έπεσε βαρύ το σόι. Ε, πες το βρε παιδάκι μου! (μόνο η δική μας η σειρά, του Χρίστου, είμαστε σήμερα 84. Ξέρω. Γιου αρ αφρέηντ? Είναι κακό πραγμα, θες να πεις?Που μεγάλωσες εσύ? Για να δω αν σε έδερνα μικρό, που ν αγιάσει το χεράκι μου, όταν παίζαμε πετροπόλεμο στα χωράφια)

3/24/2006 01:55:00 μ.μ.  
Blogger Mirandolina έφα...

Χ. μας, που γραφαμε μαζί, μια ανάλογη ιστορία, πιο σκληροπυρηνική κιόλας, ανακάλυψα χρόνια μετά στο γεροντικό. Μιαν όπου ο μοναχός, που δεν βλέπει να γίνεται καλά το παιδί του φίλου του για το οποίο προσεύχεται, πάει μεσημεριάτικο στην πέτρα της ερήμου και Του λέει "ή κάνεις καλά το παιδί, ή κάθομαι εδώ να πεθάνω από τον ήλιο". Που να αξιωθούμε πια τέτοιο θάρρος...

3/24/2006 02:00:00 μ.μ.  
Blogger Juanita La Quejica έφα...

Σημαντικό να είμαστσε περήφανοι για τους προγόνους μας. Και τους πιο μακρινούς, αλλά -κυρίως, κατά την γνώμη μου- για τους πιο άμεσους.

3/24/2006 08:05:00 μ.μ.  
Blogger ci έφα...

"Του παιδιού μου το παιδί είναι δυο φορές παιδί.."

Χρόνια Πολλά, καλό Διήμερο !

3/24/2006 08:23:00 μ.μ.  
Blogger Περαστικός έφα...

Ωραίος ο παπα-Παρθένης!

3/25/2006 11:56:00 π.μ.  
Blogger Φειδίας έφα...

Χρόνια Πολλά!

Καὶ εὐχαριστοῦμε.

3/25/2006 06:49:00 μ.μ.  
Blogger Mirandolina έφα...

Χουανίτα μου, συμφωνά, δες στην αρχή – δεν πιστεύω ότι υπάρχουν πολλοί σε αυτό τον τόπο που να μην έχουν μεγαλώσει με αντίστοιχες ιστορίες. Να μη διαμορφώνονται ή διδάσκονται από τις ιστορίες των γονιών ή των παππούδων τους. Οι "γαλαζοαίματοι" τίτλοι δίνονταν παλιά σε όσους έπρατταν γενναία ή σημαντικά για το κοινό σύνολο. Υπάρχουν σε σχεδόν όλων μας τη ρίζα τέτοιοι σε τούτο τον τόπο, νομίζω.

Χρόνια πολλά και λεύτερα, Κοπίτο μου!

Πάνο, μου λεγε πολλά ο παππούς μου – έχει βραβευθεί για το βιβλίο του για το Σαμουήλ. Και ήξερε πολλούς με το επώνυμό σου. Ο παππούς αυτός ήταν από άλλο σόι σουλιώτικο. (Τώρα που μεγάλωσα, ξέρεις, συνειδητοποίησα ότι πολλά από τα «παιγνίδια» που μου μάθαινε δεν ήταν παιγνίδια – ήταν γνώσεις χρήσιμες σε καιρό πολέμου).

Μπορεί το κείμενο του Βλάχου να είχε μέσα τη φράση του τίτλου, αλλά δε θα την ξεχώριζα αν δεν υπήρχε ο πάντα παρών για την πατρίδα παππούς (των σπουδών και των γαλλικών, με πατέρα βενιζελικό αξιωματικό). Και τώρα είναι η σειρά μας, Πάνο. Εμείς να δούμε τώρα, πολύ μακρινέ μου ξάδελφε :-)

Κορυφαίος, Περαστικέ! Στα δικά μας τα χωριά είναι όλοι βρωμόστομοι, ομολογουμένως. Είμαστε σκληροί, βουνίσιοι και δε χαρίζουμε κάστανα.

Χρόνια πολλά, Καλλίμαχε! Εγώ ευχαριστώ!

Βάδλυ, καλή επιτυχία στο δύσκολο έργο σου.

3/26/2006 01:11:00 π.μ.  
Blogger Mirandolina έφα...

"συμφωνώ" κι όχι "συμφωνά".

3/26/2006 01:14:00 π.μ.  
Blogger Κωστής Γκορτζής έφα...

ΠετροΛούκας στο κλαρίνο, ο αδελφός του στο βιολί, ο γιός κι αυτός κλαρίνο και ο Κυρίτσης τραγούδι.
Λένω Μπότσαρη.
Σάββατο βράδυ στη ΝΕΤ.
Αφιέρωση...

3/26/2006 02:44:00 μ.μ.  
Blogger THE_RETURN έφα...

Σε πολλές περιπτώσεις, όταν το προσωπικό βίωμα αποδεσμεύεται με ελεύθερο τρόπο, τότε, και το συλλογικό ιστορικό βίωμα αποδεσμεύτεαι εξ ίσου ελεύθερα.
Κάτι τέτοιο συμβαίνει και εδώ (ευτυχώς), στην ανάκληση προσωπικής μνήμης που επιχειρεί η Mirandolina.

Προς badlydrawnboy:
τα έθνη δεν δημιουργούνται ex nihilo... Είναι ιστορικές οντότητες διαμορφωμένες κάτω από συγκεκριμένες περιστάσεις (θα μπορούσα να τα παρομοιάσω με φυτικούς καρπούς...) και όχι τεχνητά κατασκευάσματα δημιουργημένα από τη θέληση ενός ενθρώπου...
Προφανώς θέλετε να δημιουργήσετε καινούργιο κράτος ή κοινότητα ή κάτι άλλο που υπάγεται σε έννοιες διοικητικής υπόστασης, αλλά όχι έθνος...
Αυτό είναι αδύνατον.

3/26/2006 05:19:00 μ.μ.  
Blogger Mirandolina έφα...

Ημίαιμε, χίλια ευχαριστώ.

Ρητερν, ναι, αυτό προσπάθησα να πω, να κάνω. Αυτές οι μέρες έχουν φορτίο βαρύ.

3/26/2006 10:28:00 μ.μ.  

Την καλή σου την κουβέντα


πίσω στην κουζίνα...