Mirandolina

28.4.06

Και φώναξε"Ζήτω η Αναρχία!"...


και φώναξε "Σήμερα είναι η ευτυχέστερη μέρα της ζωής μου!".

Κι έπεσε νεκρός

ευτυχισμένος δολοφονημένος

γιατί


Εζήτωσε η Αναρχία.

Και ο Άδης Επικράνθη.

Γιατί σταυρώθηκε. Γιατί σταυρώθηκαν.

Για να αναστηθούν οι ελάχιστοι των αδελφών τους

Γιατί στους διψώντες και πεινώντες δικαιοσύνην
ανήκει η Βασιλεία των Ουρανών.


θα ήθελα να τους πω

ακόμη τους μιλάω, ακόμη προσεύχομαι στο όνομά τους,

ακόμη όταν σκοτεινάζει ο κόσμος στρέφομαι στο φως που είναι

ακόμη τους μιλάω, κάποτε φωναχτά


θα ήθελα να τους πω

πως κατάλαβα επιτέλους

κατάλαβα πως

ότι κερδίσαμε, πάντα το κερδίσαμε με αίμα

κι αν πρέπει κάτι να διδάξεις στους ερχόμενους

είναι πως πρέπει κι οι ζωντανοί να δίνουν το αίμα τους

κατάλαβα πως

θέλει νεκροί χιλιάδες να ’ ναι στους τροχούς,

μα κάποτε είναι οι πέντε αρκετοί

οι πέντε άρτοι που τάισαν τις ορδές των πεινώντων

οι άρτοι αδελφοί μου

οι άρτοι σύντροφοί μου

δωρεά δόθηκαν στην πλατεία Χέυμάρκετ


Και γονατίζω και το αίμα σας φιλώ

Είμαι περήφανη που στην Παράδεισο θα με φωνάζετε συντρόφισσα κι αδελφή και κομπανιέρα. Γι αυτό άντεξα, όσο άντεξα, τόσα χρόνια. Γιά την αγάπη σας και σας. Γιατί δεν έγινε ποτέ σκοτάδι, όπου σταθήκατε οδηγοί εσείς κι οι άλλοι εσείς.

Κι αν μπορώ να γίνω κεράκι και φως στάλα, όπως είπε ο αδελφός Ρητέρν, είναι επειδή εσείς, κι οι άλλοι εσείς, μου μάθατε πως αναρχικός σημαίνει παιδεία, ακεραιότητα, αλήθεια, σεβασμός στο λαό, ταπείνωση, επιμονή, προσφορά, παρουσία, παρρησία


σημαίνει ζωντανούς που είναι έτοιμοι να δίνουν το αίμα τους

σημαίνει να γίνω φως εκ του φωτός που είστε εσείς κι οι άλλοι εσείς

Σημαίνει Μακάριοι οι Πεινώντες και Διψώντες Δικαιοσύνη

Σημαίνει πως ο καθείς μας μπορεί να γίνει άρτος της Ζωής

Σας σκέφτομαι, σε κείνο το Σικάγο της οργής λαού και δεν έχω λόγια

Είμαι ακόμη εκεί.


Γεώργιε Ένγκελ

Λούη Λινγκ

Αλβέρτο Πάρσονς

Αύγουστε Σπάις

Αδόλφε Φίσερ

γονατίζω και το αίμα σας φιλώ.

Τι όμορφοι είστε, αδελφοί μου· πως σας αξιώθηκαν τα μάτια μου

Ένα ωραίο άρθρο, στα ελληνικά. Είναι ενός επίσης ωραίου αναρχικού που χρόνια προσφέρει στα δίκτυα. Δεν έχω να προσθέσω ή αφαιρέσω τι. Μόνο πως είμαι ακόμη εκεί. Και δεν ξεχνώ.

Ενημερωτικόν: Για αυτό εδώ το ποστ του μιλά, στα σχόλια, ο Μέην Μενιου - ο ταπεινός ίδιος δεν έδωσε το λινκ.

25.4.06

Joanna St. writes...

Κι η Μιραντολίνα ξαναμεταφράζει (και μαθαίνει τι σημαίνει μπιρρ παρά)…

« Ακριβή μου,

Είναι λίγος καιρός που δε σου ’γραψα, γιατί ήμουν πολύ απασχολημένη. Μόλις γύρισα από ένα ταξίδι μας εβδομάδας στην ύπαιθρο. Ήταν καταπληκτικά. Εκτός αυτού, έχουν γίνει πάρα πολλά που θα προσπαθήσω να στα πω εν συντομία.

Πρώτα απ’ όλα, κατάφερα να κολλήσω τύφο. Τη μια στιγμή ήμουν μια χαρά και γυρνοβολούσα στο σπίτι, και την επόμενη ήμουν χάλια, έπρεπε να σκεπαστώ με ότι κουβέρτα είχαμε γιατί κρύωνα τόσο, μα τόσο πολύ και γιατί είχα ένα πυρετό που ανέβαινε ραγδαία. Μες σε μια ώρα δε μπορούσα να μιλήσω. Ευτυχώς, παρά τις διαμαρτυρίες μου, ο Μ. με μετέφερε άμεσα σε νοσοκομείο, όπου βρήκαν γρήγορα τι μου συνέβαινε. Μου κάνανε μια ένεση και μες σε μια ώρα ένοιωθα πολύ καλύτερα.
Αυτή η περιπέτεια μου δίδαξε δυό πράγματα. Πρώτα, καθώς βρισκόμουν σε φρικτή αγωνία στο κρεββάτι του νοσοκομείου, με τον αγαπημένο μου δίπλα μου, γιατρούς, νοσοκόμες, ιατρική βοήθεια, τεστ, ενέσεις, το φάρμακο να στάζει ενδοφλεβίως εντός μου, για πρώτη φορά κατάλαβα τι πραγματικά προσφέρουν οι άνθρωποι στην οργανωση που δουλεύει ο καλός μου, τους Γιατρούς Χωρίς Σύνορα. Σκεφτόμουν πως θα ήταν να βρισκόμουν σε αυτό τον πόνο και την αγωνία σε καμμιά καλύβα, αβοήθητη, χωρίς άνθρωπο να μπορεί να μου μαλακώσει τον πόνο, χωρίς κάποιον να μου εξηγήσει, να μου δώσει ελπίδα.

Το δεύτερο που έμαθα είναι πως, τα δυτικά φάρμακα είναι ΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑ! Τα θεωρούσα δεδομένα, όπως όλοι μας, τα κριτίκαρα, έψαχνα εναλλακτικές θεραπείες, τα αμφισβητούσα και μόνο κακό είχα να πω γι αυτά. Λοιπόν, αυτή η ένεση στον ποπό μου και αυτά τα υπέροχα χάπια που σκότωσαν το παράσιτο του τύφου σε δέκα μέρες αρκούν για να πω ένα μεγάλο Ευχαριστώ σε όλους αυτούς τους ανθρώπους, στον ανεπτυγμένο κόσμο, που βρήκαν αυτά τα φάρμακα. Είναι πολλά αυτά που μας αρρωσταίνουν και στον ανεπτυγμένο κόσμο, δε λέω, αλλά τίποτε δε συγκρίνεται με όσα συμβαίνουν εδώ, στην Αιθιοπία, όπου ο μέσος όρος ζωης δεν ξεπερνά τα 45 χρόνια.
[…] Το παράσιτο του τύφου στο μεταδίδουν ψείρες ή τσιμπούρια. Όσο θυμούνται, είμαι η μόνη από τους λευκούς που έχει πάθει τύφο. Το χειρότερο ήταν ότι κανα δεκαπενθήμερο μετά την ανάρρωση συνεχώς ένοιωθα πως κάτι με περπατάει και ξυνόμουν, έβαζα και ξανάβαζα ειδικό σπρέυ πάνω μου, στα ρούχα… Μόνο όταν είδα το Aviator στην τηλεόραση σκέφτηκα πως έπρεπε να ηρεμήσω διότι είχα καταντήσει παρανοϊκή (παραδόξως, στην πρώτη σκηνή, εκεί που η μητέρα του του μιλάει για τις αρρώστειες, υπάρχει αναφορά ατον τύφο). Τέλος πάντων, τώρα είμαι καλά κι από τον τύφο κι από τις κρίσεις ξυσίματος.
[…] Η ΜΚΟ για την οποία δουλεύω ασχολείται με τη βία εις βάρος παιδιών στην Αφρική. Έχω αναλάβει τις έρευνες για την Αιθιοπία, την Κένυα και την Ουγκάντα. Όλες οι συνεντεύξεις και τα στατιστικά καταλήγουν σε μένα. Την πρώτη μέρα, με πήραν τα κλάματα διαβάζοντας τις στατιστικές. Τη δεύτερη, δε μπορούσα να κάνω δουλειά, έκλαιγα συνεχώς διαβάζοντας τις ιστορίες αυτών των παιδιών και τα σχόλια που τις συνόδευαν. Θα σου στείλω την εισαγωγή και τα συμπεράσματα, αν κι αυτά δεν επιτρέπουν τίποτε παραπάνω από μια νομικίστικη ματια...
[…] Στη χώρα μιλιούνται πάνω από ογδόντα διαφορετικές γλώσσες και διαλέκτοι, αλλά η επίσημη είναι τα αμχαρικά. Μιλιέται από το 40% του πληθυσμού και, βεβαίως, από τους κατοίκους της Αντίς Αμπέμπα, καθώς η πρωτεύουσα βρίσκεται στην περιοχή της Αμχάρα. Βρήκα δασκάλα κι άρχισα να τα μαθαίνω. Τη λένε Γιάτασhα, είναι Αιθιόπισσα, βαθύτατα χριστιανή, 30 χρονών, κι ελπίζει ότι ο φίλος της θα έχει σύντομα αρκετά χρήματα ώστε να μπορέσουν να παντρευτούν. Κάνουμε ιδιαίτερα μαθήματα στο σπίτι, που μου κοστίζουν μόλις πενήντα μπιρρ, δηλαδή πέντε ευρώ, την ώρα. Τις πρώτες εβδομάδες κάναμε μάθημα καθημερινά αλλά αποφάσισα να κάνω κι άλλα πράγματα κι έτσι μειώσαμε τις ώρες. Ξανάρχισα τα γαλλικά μου, αυτή τη φορά στο Γαλλικό Ινστιτούτο της Αντίς. Η τριμηνία κοστίζει 300 μπιρρ, δηλαδή 30 ευρώ, δηλαδή δέκα ευρώ ο μήνας για δύο ώρες μάθημα τρεις φορές την εβδομάδα. Ευκαιρία, ε; Οι καθηγητές είναι όλοι απόφοιτοι γαλλικών πανεπιστημίων και το επίπεδο υψηλό.

[…] Πλην εμού, όλοι στην τάξη είναι Αιθίοπες. Είναι πολύ ντροπαλοί, δεν τους αρέσει να μιλούν σε ανοικτό χώρο. Αυτό μου έκανε πολύ εντύπωση – ειδικά καθώς ήρθα εδώ από την Ελλάδα όπου όλοι μιλάνε δυνατά, φωνάζουν στο δρόμο, έχουν γνώμη για όλα. Εδώ είναι πολύ διαφορετικά.
[…] Επισκέφτηκα ένα εργοστάσιο καφέ. Ήταν καταπληκτικό. Οι καλοί κόκκοι επιλέγονται από γυναίκες που κάθονται ώρες ατελείωτες στη σειρά, ξεδιαλέγοντας κι αναπνέοντας τη σκόνη που σηκώνεται. Οι κακής ποιότητας κόκκοι πωλούνται στην Αιθιοπική αγορά κι όλος ο καλός καφές εξάγεται – είναι παράνομο να πουλάς καλής ποιότητας αιθιοπικό καφέ στην Αιθιοπία.

[…] ο ξεναγός μας στο εργοστάσιο του καφέ είναι ένας γλυκύτατος άνθρωπος ο οποίος εργάζεται ως ελεγκτής της ποιότητας του καφέ. Οφείλει να δοκιμάζει περίπου εξήντα φλυτζάνια καφέ την ημέρα. Όταν δοκιμάζει, ρουθουνίζει με έναν πολύ παράξενο τρόπο και στέλνει τον καφέ στο πίσω μέρος του λαιμού του. Ρώτησα τι καφέ πίνει σπίτι του και είπε ότι δεν πίνει ούτε έχει πιεί καφέ ποτέ του – ποιος να τον κατηγορήσει;
[…] Περάσαμε το περασμένο Σαββατοκύριακο στα βουνά, έξω από την Αντις Αμπέμπα, κοντά σε μια λίμνη, σε υψόμετρο τριών χιλιάδων μέτρων. Είναι ένα υπέροχο μέρος. Οι άνθρωποι μετακινούνται με άλογα. Τις Κυριακές πηγαίνουν στο παζάρι να πουλήσουν τη γεωργική παραγωγή τους ή τα ζώα τους. Στην άκρη του δρόμου συναντάς πολλές καλύβες. Αν έξω από μια καλύβα δεις ένα μπουκάλι ανάποδα καρφωμένο σε ένα κοντάρι, τότε πρόκειται για μπαρ στο οποίο μπορείς να πιείς μια μπύρα. Αν δεις να έχει καρφωμένο στο κοντάρι ένα φλυτζάνι, τότε είναι καφενείο και μπορείς να πιείς καφε ή τσάι.
[…] Αν είναι να έρθετε, ξέχνα το καλοκαίρι. Γίνεται χαμός από τις βροχές, λένε πως καταλαβαίνεις τι έγινε στον κατακλυσμό, είναι χάλια τα πράγματα. Καλύτερα να έρθετε ή πριν τον Ιούνιο ή μετά το Σεπτέμβριο. Να φέρεις και το παιδί, αυτή η χώρα θα το μαγέψει και θα δει και θα μάθει πολλά. Είναι ευκαιρία όσο είμαι εδώ.
[...] Τα φορτηγάκια Ισούζου είναι βασικό μέσο συγκοινωνίας. Τους έχουν βγάλει παρατσούκλι. Τα φωνάζουν Αλ Κάιντα, γιατί έχουν σκοτώσει πάρα πολλούς..."

23.4.06

Μηδείς φοβείσθω θάνατον. Χριστός Ανέστη.

Φτάσαμε στη Νιτρία, την έρημο που την αγίασαν οι αναχωρητές, οι ασκητές, οι μοναχοί, οι άγιοι, μέρες που οι επισκέπτες ήταν ελάχιστοι. Ήταν η εποχή του πρώτου πολέμου στον Κόλπο κι είμασταν οι πρώτοι ρωμιοί ορθόδοξοι που έφταναν στα κόπτικα μοναστήρια μετά από σαράντα χρόνια, όπως μας είπαν. Μήνας Νοέμβρης. Τέλη.

Στο ντέρι Μπαραμούς, το πρώτο από τα μοναστήρια που βρήκαμε στο δρόμο μας, εκεί, στην είσοδο, ήταν ένας γέροντας, ένας όμορφος γέροντας κόπτης μοναχός. Μιλούσε κάποια αγγλικά. Κρατούσε το βιβλίο που σημείωναν πότε και ποιός έμπαινε κι έβγαινε από το μοναστήρι. Πήρα κι έγραφα. Τα ονόματά μας, τους αριθμούς διαβατηρίων, την εθνικότητα. Greek. Γιουνάνι δηλαδή. Λάμψαν τα ματάκια του γέροντα.

-Χριστός Ανέστη!

Το είπε δυνατά, καθαρά, χαρούμενος. Νοέμβρη μήνα. Τέλη. Όλο χαρά απάντησα:

-Γέροντα, ευλογείτε. Μιλάτε ελληνικά;

Με κοίταξε όλο απορία. Όχι, δε μιλούσε ελληνικά. Ή μάλλον, δε μιλούσε άλλα ελληνικά. Όπως μου είπε μετά ο αδελφός, που είναι σοφός κι όχι τσιφτευτελής σαν και του λόγου μου,

Όσα ελληνικά χρειαζότανε να ξέρει τα ήξερε. Ο Χριστός μας Ανέστη.

Απάντησε του γέροντα:

-Αληθώς Ανέστη!

κι ο γέρων χαμογέλασε γλυκά και μας άφησε να περάσουμε τη θύρα προς τον μυστικό κήπο της ερήμου.

Χριστός Ανέστη.

Χρόνια μας πολλά.

Και δυό φορές χρόνια πολλά στους εορτάζοντες και μιαν ακόμη για τους Γιώργηδες της ευλογίας και της αναρχίας στη ζωή μου, κι άλλη μια για τους Γιώργηδες και τις Γεωργίες της ευλογόσφαιρας.
Τώρα συνειδητοποιώ, ότι είμαι περικυκλωμένη Γιώργηδες (και δηλώ γι αυτό ευτυχής).

να και που ψάρεψα τις αγιογραφίες

20.4.06

Ενί των αδελφών μου των ελαχίστων...

Δος μοι τούτον τον ξένον,
τον εκ βρέφους ως ξένον ξενωθέντα εν κόσμω·


Δος μοι τούτον τον ξένον,
ον ομόφυλοι μισούντες θανατούσιν ως ξένον·


Δος μοι τούτον τον ξένον,
ον ξενίζομαι βλέπων του θανάτου το ξένον·


Δος μοι τούτον τον ξένον,
όστις οίδεν ξενίζειν τους πτωχούς και τους ξένους·


Δος μοι τούτον τον ξένον,
ον Εβραίοι τω φθόνω αποξένωσαν κόσμω·


Δος μοι τούτον τον ξένον,
ίνα κρύψω εν τάφω,
ος ως ξένος ουκ έχει την κεφαλήν πού κλίνη·



Δος μοι τούτον τον ξένον,
ον η Μήτηρ ορώσα νεκρωθέντα, εβόα·


Ω Υιέ και Θεέ μου,
ει και τα σπλάχνα τιτρώσκομαι
και καρδίαν σπαράττομαι νεκρόν σε καθορώσα,
αλλά τη ση αναστάσει θαρρούσα μεγαλύνω

19.4.06

Μήτηρ, ιδού ο υιός σου...

>>Μια φορά κι ένα καιρό στο δάσος ζούσε ένα άλογο πολύ- πολύ- πολύ- πολύ όμορφο. Τόσο όμορφο που το έκαναν βασιληά. Η βασιλομήτωρ δεν ήθελε. Την άλλη μέρα του το είπε. Του λέει: "η εξουσία διαφθείρει".
Τ’ άλογο δεν έδωσε σημασία κι έφυγε. Εκείνη την ώρα το άρπαξε το τέρας της εξουσίας. Γι’ αυτό μη θέλετε να γίνετε κάτι με εξουσία>>

Ήταν στην πρώτη δημοτικού. Μόλις είχε γίνει ΙΜΕάκι. Είχαμε πάει στο Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού, που από τότε το βλέπουμε συχνά, να μάθει πως φτιάχναν βιβλία πριν το Γουτεμβέργιο. Δεν ήξερα ότι θα κάνανε το δικό τους "βιβλίο", βέβαια, αλλά όταν μας το ανακοίνωσαν περίμενα κάτι μάλλον χαζούλικο. Όχι μια τόσον ηχηρή αποκάλυψη!

Τους ζήτησαν, λοιπόν, να γράψουν ένα παραμύθι σε φύλλα χαρτιού, κι ύστερα να στολίσουν τα πρωτογράμματα, να ζωγραφίσουν μικρογραφίες και να το δέσουν/ράψουν με χόρτο.

Δεν το χα ανοίξει από τότε- θυμόμουν, λάθος, μου τα κάνει αυτά το μυαλό μου, ότι το άλογο αρνήθηκε την εξουσία, δε θυμόμουν ότι η εξουσία ήταν το τέρας που κατάπινε την ομορφιά!

Προχτες που ταξίδευα πάλι στη ζωή μας, το βρήκα μπρος μου, η αυτοκρατορική σύμβουλος και βασιλομήτωρ. Και φούσκωσε η καρδιά μου. Κυρίως γιατί βλέπει τον εαυτό του σαν ένα "πολύ -πολύ -πολύ -πολύ όμορφο" πλάσμα. Και μάλιστα άλογο. Το της επανάστασης και της ελευθερίας. Για το διδακτικό τέλος,ελπίζω να φταίει ο παππούς Αίσωπος κι όχι εγώ! πέστε μου, δεν κάνει τα ωραιότερα ορθογραφικά του κόσμου;

Αν φτιάξω ποτέ κατηγορίες για τα ποστ, οπωσδήποτε η μία θα είναι η "οξεία χαζομαμίασις".
Μετα τιμής, η βασιλομήτωρ.

17.4.06

Τα βράδυα μου τα αρμένικα

Στη DiS και την Κουρούναν ντης


Έφτασα με περιπετειώδη τρόπο. Δεν ξέρω αν δεν είχα εντρυφήσει στο Χόλλυγουντ αν θα έφτανα, δηλαδή. Ο οδηγός μου, που με φορτώθηκε στην Τυφλίδα, ήταν ένας σκληροπυρηνικός πόντιος από την Τσάλκα, τεμέτερον, εκφραζόμενο στη βαρύτερη των ποντιακών ε’ν στιβαρόν, ε’ν στιβαρόν επέμενε ότι το πέρασμα των συνόρων ήταν πολύ δύσκολο για μένα. Δεν έφτανε το λάδωμα - ή μάλλον, το πετρελαίωμα, για να είμαι ακριβέστερη. Επέμενε ότι για το ευρωπαϊκό διαβατήριο θα με σκότωναν οι ίδιοι οι φρουροί και δεν πα να ’χα και βίζες και να πλήρωνα και μίζες…. Δεν τον πολυπίστεψα αλλά υπάκουσα. Φύλαγα το κεφάλι μου. Έτσι, με έχωσε στο πορτ μπαγκάζ τη μία, με σκέπασε τελείως με μια κουβέρτα την άλλη, αγόρασε κι από ένα μπιτόνι βενζίνη στη μαύρη να χουμε να δωροδοκήσουμε, καταπώς οφείλουμε οι ανατολίτες, και ξεκινήσαμε. Όλα πήγαν καλά.

Στο Ερεβάν μου βρήκε δωμάτιο στο σπίτι κάτι κουμπάρων του άνδρα της ξαδέλφης του. Ο Αστερίξ στους Ολυμπιακούς, η Μιραντολίνα στην Αρμενία, εν και το αυτό. Όλη η οικογένεια έμενε στο ίδιο σπίτι. Ο πατέρας, τρεις άνδρες γιοί και γαμπροί, η μητέρα, τρεις γυναίκες κόρες και νύφες, και, προς το παρόν, ένας εγγονός, ο Γκεβόργκ. Χρειάζονταν χρήματα. Ήτανε δύσκολος καιρός, μόλις είχε διαλυθεί η ΕΣΣΔ, το Καραμπάχ σε όλο του το μεγαλείο, οι εμφύλιοι μακάβριο χόμπυ της περιοχής…

Συμφωνήσαμε να κοιμάμαι εκεί και να μου παρέχουν πρωινό και μεσημεριανό.

Η κοινωνία πατριαρχική. Στρώνονταν το μεσημεριανό τραπέζι και κάθονταν μόνο οι άνδρες. Αφού απότρωγαν αυτοί, μπορούσαν οι γυναίκες να πάρουν θέση, να μοιραστούν το υπόλοιπο. Ο Γκεβοργκ, ο Γιωργάκης ο τοσοσδά, καθόταν με τους άντρες. Όπως κάθησα κι εγώ – αυτή τη φορά ήταν ο παράς που με έκανε one of the boys.

Οι μεγαλύτεροι δεν έδειχναν να δυσανασχετούν με αυτή την εισβολή μου στο ανδρικό τους γεύμα. Αμήχανοι αλλά ήρεμοι πως μπορούσαν να μιλούν σε μια γλώσσα που δεν καταλάβαινα. Ο Γκεβόργκ, όμως, τα πήρε στο κρανίο. Πρώτα ρώτησε τον παππού, γιατί με αφήνουν να καθήσω εκεί. Γελάσαμε όλοι ευγενώς, ώσπου άρχισε να με τραβάει να σηκωθώ να φύγω, να ξαναβρεί ο κόσμος την αρμονία του κι ύστερα μου έχωσε και μία κλωτσιά και θύμωσε ακόμη περσότερο που δεν την αντιγύρισα να του προσφέρω casus belli και οι υπόλοιποι του έλεγαν να με αφήσει, χωρίς όμως κανείς να τολμά να του πει την αλήθεια: ότι είχαν ξεπουλήσει το προνόμιο γιατί ήταν δύσκολοι καιροί.

Την επομένη, ο Γκεβόργκ αρνήθηκε να φάει, έστω μια μπουκιά και με κοιτούσε όλο μίσος. Τον τάιζε η γιαγιά χωριστά κι όλα μου τα καλοπιάσματα πήγανε χαμένα. Δε μου μιλούσε, δε μου γελούσε, δεν ήθελε να με δει στα μάτια του. Φτου σου, κακούργα δυτικιά που ήρθες δω να μας αγοράσεις πάνω στην ανάγκη μας! Γειά σου ματάκια μου όμορφα!

Κάπου εκεί, με χτύπησε η χολέρα. Δε θες να ξέρεις τι πάει να πει χολέρα. Άρπαξα με τα χείλη την ψυχή μου τελευταία στιγμή. Και να σκεφτείς, δεν ήμουν βαριά περίπτωση.

Είναι περίεργο να σκέφτεσαι το θάνατο στα ξένα, χωρίς κανέναν δικό σου άνθρωπο. Θέλω να πω, όπου κι αν πεθάνεις, ε, όλα τελειώνουν σε τούτη γη που την πατούμε, κι όμως σκεφτόμουν ότι ήθελα να πεθάνω κοντά στους αγαπημένους μου, ήθελα να με κλάψουν σπίτι μας κι ο αδελφός να με αγκαλιάσει, γιατί όποτε με αγκαλιάζει γαληνεύει η ψυχή μου. Ήθελα να είναι γαλήνια η ψυχή μου.

Την άλλη μέρα, αδύναμη, ανίκανη να κινηθώ, τσακισμένη από την αδυναμία να κοιμηθώ, σε έναν παράξενο λήθαργο βουτηγμένη, ένοιωσα, παρά είδα, το Γιωργή μου στην πόρτα. Μυξιάρης, μικρούλης, σοβαρός, με το βρωμερό του κοντοπαντέλονο, τα σκούρα άγρια μάτια που δε γελούσαν. Το χέρι μου είχε πέσει έξω απ το κρεβάτι. Δεν μπορούσα να το σηκώσω. Ασήκωτο. Το πρόσωπο μισοχωμένο στο μαξιλάρι, δε μπορούσα να το γυρίσω να τον αντικρύσω. Ήρθε με βήματα ήσυχα. Δίπλα. Κι άπλωσε το χεράκι του και χάιδεψε το δικό μου. Δύο φορές. Μία, δύο. Χάιδεψε το παρατημένο χέρι, που δε μπορούσα να σηκώσω, το ξένο δικό μου χέρι. Μία, δύο. Δος μοι τούτην την ξένην... Με κοίταξε τρυφερά σοβαρά. Κι ύστερα έφυγε. Κι ήξερα πως όλα θα πάνε καλά, Δόξα Σοι Θεέ μου. Πως δε θα φύγω άκλαφτη στην ξένη πατρίδα γιατί ο Γιωργής μου την έκανε δική μου. Και γαλήνεψε η ψυχή μου.

Μιραντολίνα μνημοσύνη ξυνέγραψε, ένα ψυχοσάββατο πριν, ζυμώνοντας δάκρυα το ψωμί της χαράς που ελπίζουμε. Στο δεξί ψαλτήρι άγγελοι, στο αριστερό η Διαμάντω Γκαλας. Η 24η Απριλίου που θα ακολουθήσει της Αναστάσεως, είναι η ημέρα μνήμης της Αρμενικής Γενοκτονίας.Ημέρα ενάντια στη λήθη. Και ο Γιωργής μου πάλι δε θα κάθεται ήσυχος κι ας του φωνάζουν σους και σους όλες οι γιαγιάδες μαζεμένες...

16.4.06

Αινείτε Αυτόν και Κτίσις Ετέρα


你 們 要 讚 美 耶 和 華 !
從 天 上 讚 美 耶 和 華 , 在 高 處 讚 美 他 !
Louvai-o, todos os seus anjos;
louvai-o, todas as suas hostes.
Fanmanalaba jamyo nu güiya, atdao an pulan
fanmanalaba jamyo nu güiya todo y pution ni y maniina
Lobet ihn, ihr Himmel allenthalben
und die Wasser, die oben am Himmel sind.
Tutte queste cose lodin Dio,
perché comandò ed esse sorsero.
Ai i ka vendosur përjetë, në përjetësi;
por ka bërë një statut që nuk do të kalojë kurrë.
Αινείτε τον Κύριον εκ της γης,
δράκοντες και πάσαι αβυσσοι·
Feu et grêle, neige et brouillards,
Vents impétueux, qui exécutez ses ordres,
ט הֶהָרִים וְכָל-גְּבָעוֹת;
עֵץ פְּרִי, וְכָל-אֲרָזִים
짐승과 모든 가축과 기는 것과 나는 새며
Kings of the earth, and all people
princes, and all judges of the earth
Both young men, and maidens;
old men, and children.
да хвалят имя Господа,
ибо имя Его единого превознесенно,
слава Его на земле и на небесах.
Adharc a shluaigh leis ΰrdaichear,
seadh cliu a naomh gu lθir,
Sluaigh Israeil, tha dhasan dlωth,
Molaibh Iehobhah treun.

Το έργο είναι από εδώ, κι αποτελεί την ιστόρηση του Αίνου στην Ορθόδοξη αγιογραφική παράδοση. Ο τίτλος είναι από το του Παύλου "πέπεισμαι γαρ ότι ούτε θάνατος, ούτε ζωή, ούτε Αγγελοι, ούτε Αρχαί, ούτε Δυνάμεις, ούτε ενεστώτα, ούτε μέλλοντα, ούτε ύψωμα, ούτε βάθος, ούτε τις Κτίσις Ετέρα δυνήσεται ημάς χωρίσαι από της Αγάπης του Θεού", που, κατά τον Μεσογαίας Νικόλαο, δείχνει πως η Ορθοδοξία δεν απορρίπτει την ύπαρξη εξωγήινης ευφυίας.

15.4.06

Μέλισσα, Μέλισσα, μέλι γλυκύτατο…

Ένα ανοιξιάτικο παραμύθι


Δε θυμάμαι ποιος μου την πρωτοείπε την ιστορία. Όμως, ξεκίνησε από έναν παππού σοφό κι ακέραιο -- από αυτούς τους παππούδες που γεννούν το μέλλον. Λοιπόν, αυτός ο παππούς έλεγε συχνά αυτή την ιστορία στα παιδάκια που τρέχανε κοντά του, γιατί τον ξέρανε πως είναι περιβόλι και γεμάτος ιστορίες:

Παιδιά μου, να κοιτάξτε να είστε μέλισσες.

Και ρωτούσαν τα παιδάκια.

Παππούλη, πες παππού, τι πάει να πει μέλισσες;

Να,

Τους έλεγε ο παππούς,

Να, καρδούλες μου πονεμένες, οι άνθρωποι χωρίζονται σε δυό κατηγορίες. Τους ανθρώπους μέλισσες και τους ανθρώπους μύγες. Εσείς να κοιτάξτε να είστε άνθρωποι μέλισσες.

Ζουζουνιζαν αυτά σα μελισσάκια ένα γύρω και όλα μαζί αρχίζαν να διαμαρτύρονται

Παππού πεστα απλά, βρε παππού!

Σσσσς, έλεγε ο παππούς. Σσσσς, και θα σας πω.

Που λέτε, οι άνθρωποι χωρίζονται σε δυό κατηγορίες. Τους ανθρώπους μέλισσες και τους ανθρώπους μύγες. Εσείς να κοιτάξτε να είστε άνθρωποι μέλισσες.

Οι άνθρωποι μέλισσες είναι αυτοί που, αν τους αφήσεις μες σε μια χωματερή, μες στη βρωμιά, τη δυσωδία, τη φρίκη, και μες σε αυτή τη χωματερή υπάρχει ένα τόσο δα λουλουδάκι, τοσοδά μικρό και σχεδόν αόρατο μες στο χαμό, αυτοί, που λες, αυτές οι μέλισσες, θα πάνε να το βρουν και θα τρυγήσουν μέλι κι ευωδία στον τόπο που κανείς ως τότε δεν τα έβλεπε.


Και οι μύγες παππού; Πες για τις μύγες!

Ααα, οι άνθρωποι μύγες! Αυτοί, που λέτε, άμα τους πας στο πιο όμορφο περιβόλι, το ολάνθιστο, όπου όλη η χαρά κι η ομορφιά του κόσμου, όπου η άνοιξη ολόφωτη, και, για κακή μας τύχη, σε μια γωνίτσα, εκεί στο περιβόλι, έχει κοπρίσει το σκυλάκι το αδέσποτο, ε, αυτοί, από όλο το περιβόλι το όμορφο τίποτε δε θα δουν. Θα δουν μονάχα τα κοπρίσματα.

Γέλια και φασαρίες στη μαρίδα, που έλεγε ο παππούς κακές λέξεις! τρελλαίνονταν όλα μαζί και μες στη ζάλη του παιγνιδιού, ξεχνούσαν την ιστορία.

Άντε, και τώρα πάμε για παγωτό, έλεγε ο παππούς.

Ξεχνούσαν την ιστορία. Μέχρις που, αφού κοπιάζανε να φτιάξουν ο καθείς ένα περβόλι, βλέπαν πως ερχότανε οι μύγες αναζητώντας την τροφή τους. Τα σκατά.

Ο Πικάσσος δε θέλει συστάσεις φαντάζομαι.

14.4.06

Can't play the blues in an airconditioned room...

Χανόμαστε σε κάποια ανώνυμα παρκάκια για να βγούμε στους 40κατι δρόμους του Southside Chicago. Περνάμε την περιοχή των riots, των εξεγέρσεων των μαύρων στο ’68. Τα χαμηλά σπίτια καμμένα ακόμη. Ενθύμιο. Προσκυνώ τις μνήμες σου, λαέ μου. Ο Πάνος κλειδώνει το αυτοκίνητο, είμαστε φυλακισμένοι, το γκέττο, τα καμμένα σπίτια, η βίλλα του Λούις Φάρακαν, του ηγέτη των Μαύρων Μουσουλμάνων, ένα τζαμί χτισμένο στο σαουδαραβικό ρυθμό...

Μπαίνουμε σε ένα άθλιο στενό. Παρκάρουμε μπροστά σε μιά παράγκα, μιά φωτεινή επιγραφή της μπύρας Miller όλη κι όλη απ έξω, κι ένα κακοβαμένο ταμπλώ: Checkerboard Lounge. Δέκα δολλάρια σε έναν γέρο που περιπολεί στο στενό πεζοδρόμιο, για να προσέχει τ αυτοκίνητο. Χιονίζει. Μουρμουρίζω - παράγκα, παράγκα, παράγκα το χειμώνα. Γελάμε.

Mustang Sally,
Guess you better slow your Mustang down
Mustang Sally, my baby,
Guess you better slow your Mustang down
You been a runnin' all over the town now,
Guess I'll have to put your flat feet on the ground

Η πόρτα είναι βαριά και άσχημη. Στο μικρό διάδρομο που σχηματίζεται μιά τεράστια αλυσίδα σου κλείνει το δρόμο, κι ένας ακόμη πιό τεράστιος μαύρος σε κόβει απ την κορφή ως τα νύχια. Είσοδος δύο δολλάρια έκαστος. Στο μπαρ, μισοστρόγγυλο και καθαρό εν αντιθέσει με το υπόλοιπο μαγαζί, μία κοπέλλα αγέλαστη, 30-35 χρονών, παρακολουθεί τηλεόραση χωρίς ήχο. Στους τοίχους απλώνονται φωτάκια και αποκριάτικες κορδέλλες, χρωματιστά χαρτιά, πλαστικά χρυσά και κόκκινα κρόσια, κανα-δυό μεσαίες σελίδες του Play Boy. Η χαρά του ντάτσουν, της ιδίας εμού.

Στα σκαμπώ, μια τύπισσα που κοιμάται, φιγούρα απρόσωπη, κι ένας γέρο-μαύρος, μασκοφόρος, με δύο κουμπούρια. Η μπάντα παίζει το Stagger Lee. Καρφώνομαι στο μαύρο με τη μάσκα και τα ασημένια, γυαλισμένα κολτ, με σπρώχνει ο Νίκος να συνέλθω. Καθόμαστε σ ένα θρανίο. Τα τραπέζια είναι σα θρανία, οι καρέκλες στενές, σε πολλά σημεία έχουν πάγκους μακρόστενους σαν αυτούς που βρίσκεις στα πάρκα για φαγητό, σκεπασμένους με χαραγμένο φτηνό πλαστικό. Είναι βρώμικα.


Good mornin' little schoolgirl

Can I go home with you
Tell your mama and your daddy
That I'm a little school boy too
Baby I love ya', I just can't help myself


Your so good lookin' pretty baby
I don't need nobody else
Good mornin' little school girl
Can I go home with you
ooo, ooo, ooowee



Ήρθαμε λίγο πριν το διάλλειμα. Στην αίθουσα των 50 τετραγωνικών βρίσκονται μόνον άλλοι πέντε πελάτες, και τρεις εμείς, σύνολο οκτώ. Λευκοί πάνω από 30. Μαύροι πάνω από 50. Το μπλουζ είναι κάτι σαν τα δημοτικά εδώ, στο γκέττο, το ακούνε οι γέροι.

Κι ο καουμπόυ; Όλα τα ξέρουν οι κάτοικοι Σικάγο που αποφάσισαν να μου συστήσουν το Σαλόνι με τη Σκακιέρα. Που λες, κάποτε έπαιζε σ ένα τηλεπαιγνίδι, ήταν φίρμα, the Black Lone Ranger, ύστερα αποτρελάθηκε όταν τελείωσε η φήμη, λένε ότι κοιμάται με τη μάσκα, τα 45άρια του είναι αληθινά, τραγουδάει κιόλας, παλιά τραγουδούσε συχνότερα, έχει κάνει και δίσκους, μπλουζίστας ντόπιας εμβέλειας. Το άλογό του το λένε σκανδάλη, Trigger.

Η μπάντα ανεβαίνει ξανά στο πάλκο των 5 τετραγωνικών. Κουφωτή Gibson, η πρώτη που βλέπω από κοντά. Ολοι οι μπλουζίστες που θ ακούσω τις επόμενες μέρες κρατούν κουφωτές Gibson, γι αυτούς δεν υπάρχει άλλη κιθάρα. Παραγγέλουμε μπύρες, 2 δολλάρια η μία. Ο μπασίστας φοράει στολή παραλλαγής, κατάλοιπο άλλης εποχής. Του πάει, είναι σαν μαύρος πάνθηρας, ένα ζώο γεμάτο δύναμη και ρυθμό. Ο κιθαρίστας έχει κλασσική μπλουζ φωνή, βαθιά, αντρίκια, Σικάγο. Ντραμς. Φτάνουν τα 5 τετραγωνικά γιά όλους. Good morning little school girl, Let me go home, Mustang Sally, Do the Dog...

Στο Do the Dog ένα ζευγάρι μαύρων, κάπου στα 50, σηκώνεται να χορέψει κάνοντας ακριβώς αυτό που λέει το τραγούδι. Η κυρία του ζεύγους πέφτει στα τέσσερα και προχωράει στο ρυθμό, μικρά βήματα μπρος, μικρά βήματα πίσω, ο άνδρας πλησιάζει πίσω της χαμηλώνοντας, πλησιάζει τόσο που ίσα ίσα ν αγγίζονται, οπισθοχωρεί, και πάλι απ την αρχή, γελάνε δυνατά, παίζουν. Κι ύστερα παίρνει το μικρόφωνο ο καουμπόυ, και τραγουδάει για χαμένους έρωτες. Με τη μάσκα και τα 45άρια μιας άλλης Αμερικής, με φωνή που θυμίζει το Μάντυ.

Καινούριο διάλλειμα. Ερχονται δύο περίεργοι τύποι, βαρείς, ανοίγουν κάτι σακ-βουαγιάζ της συμφοράς, βγάζουν ο ένας σαξόφωνο ο άλλος τρομπέττα. Ο μαύρος πάνθηράς μου ανεβαίνει και πάλι στη σκηνή. Κι αναγγέλλει 70's Motown sound. Funk! Μπάσσο, σαξόφωνο τρομπέττα μόνο, και φάνκ γρήγορο, ζωντανό, άγριο. Χορεύουμε. Τα μπλουζ είναι ο χώρος ο ίδιος. Καπνίζουμε το ένα μετά το άλλο. Καμμία απαγόρευση. Πίνουμε μπύρες με ένα δολλάριο και τριάντα σεντ τη μία μετά την άλλη. Δε χορταίνω.

Βγαίνουμε κατά τις δύο. Το αυτοκίνητο είναι εκεί, ο γέρος με το δεκαδόλλαρο χαμογελάει και μας δείχνει τα καθαρισμένα από το χιόνι τζάμια μας, ο Πάνος αναστενάζει ανακουφισμένος. Τρία τετράγωνα πιό κάτω, πυροσβεστική, αστυνομία, ασθενοφόρα. Πάμε να βοηθήσουμε, Πάνο, λέω, κάτι έγινε. Με λέει τρελλή και πατάει γκάζι. Εδώ δεν κατεβαίνεις απ τ’ αυτοκίνητο, ακόμη κι αν πατήσεις άνθρωπο. Μαθαίνω.

All my life i had to struggle, i paid some heavy dues
Squeekin' out a livin', playin' easy blues
Then one day my music made me a millionaire
I bought a big old mansion with central heated air
Now i got more money than i know how to use
Got everything a man could want, but i ain't got no blues
Success for me could only lead to my immediate doom
'cause i can't play the blues in an airconditioned room

Ήθελες καθαρά, προσεγμένα μαγαζιά, clean cut φυσιογνωμίες, τα κοκτέιλς σου shaked not stirred, κι όλα αυτά ακούγοντας τα μπλουζ; Buddy Guy's Legends, 754 S Wabash, όπου μπορούσες να δείς το διάσημο αφεντικό να τζαμάρει με τους καλεσμένους του-εμένα δεν μου έτυχε- ή και το Κοkο Taylor's Chicago Blues, 7 W Division, που μοιάζει με μουσείο λόγω των memorabilia που η μάζευε κυρία. Καθαρό μπλουζ, απαστράπτον. Ο.κ., καλά είναι όταν δεν έχεις δει το Checkerboard Lounge, όμως, από όσο είδα, λίγο μα ισχυρό σα σεισμό, το μπλουζ υπήρχε μες στην αλήθεια του στους δρόμους του γκέττο, Southside Chicago.

Boom boom boom boom
I'm gonna shoot you right down,
right offa your feet
Take you home with me,
put you in my house
Boom boom boom boom
A-haw haw haw haw
Im in love with you...

Υπήρχε και στην Maxwell Street, στο Market, πέντε μπλοκ όλα κι όλα, εκείνος ο δρόμος που ο John Lee Hooker ζητιάνευε την προσοχή σου στους Blues Brothers, ο δρόμος της ακαθόριστης θλίψης,ο δρόμος του Soul Food Cafe που η Αρίθα τραγουδούσε το Think! -το αληθινό όνομα του μαγαζιού είναι Nate's Deli κι ήταν ακόμη εκεί όταν πήγα-, ο δρόμος που καταστρέφεται για να χτίσει αθλητικές εγκαταστάσεις το πανεπιστήμιο του Ιλινόι, που χάνει τους εναπομείναντες μουσικούς που προσπαθούν να τραβήξουν την προσοχή με κραυγές τύπου "Lady, can I do my thing?" και τους κλεφτράκους που προσπαθούν να ξεφορτωθούν τη λεία τους γιά λίγα δολλάρια στις γωνίες: the road of hawkers and hustlers γίνεται πανεπιστημιακές εγκαταστάσεις.

Six and three is nine
Nine and nine is eighteen
Look there brother baby
and see what I’ve seen
Hidehey
Baby don’t you wanna go
Back to that same old place
Sweet home Chicago

Την τελευταία νύχτα, αφού περπατήσαμε τις κεντρικές οδούς με τα ονόματα των προέδρων, φτάσαμε where they got the Picasso, στο γλυπτό που έφτιαξε εμπνευσμένος από την πόλη. Είναι η μόνη πόλη της Αμερικής που αγάπησε, που επισκέφθηκε, που της δώρισε έργο. Αδιάφοροι περαστικοί: το συνεχές ερέθισμα παύει νάναι ερέθισμα. Το προσκύνημα γίνεται στο μαγαζί-fast food με το όνομα του Michael Jordan, παίζουν οι Μπουλς, οι γιγαντοοθόνες μεταδίδουν τον αγώνα. Δε μ αρες, φεύγουμε για το Checkerboard Lounge. Aλλη μπάντα, το ίδιο μπλουζ, κουφωτή Gibson. Ζητάω το Sweet Home Chicago. Μου κάνουν το χατήρι. Μένουμε ως που να κλείσει το μαγαζί.

Φεύγοντας, φορτώνω το Σαλόνι με τις Σκακιέρες στις αποσκευές.

I've got a '65 Cadillac
Spare tire on the back
Charge card at Goblatts
But I ain't got you

I've got women to the right of me
Women to the left of me
I've got chicks all around me
But I ain't got you

Το σαλόνι είχαν ιδρύσει τη δεκαετία του 70 ο Μπάντυ Γκάυ με το Τζουνιορ Ουέλλς. Εδώ είχε γίνει το θρυλικό τζαμάρισμα Ρολλινγκ Στόουνς και Μάντυ Ουώτερς. Όταν οι διάσημοι ιδιοκτήτες του το πούλησαν, συνέχισε να παίζει μπλουζ αλλά από ιν στέκι έγινε σιγά σιγά κρυφό σχολειό των παραδοσιακών μπλουζ για τους ανθρώπους του γκέτο. Η περιοχή στην οποία βρίσκονταν δεν είναι ασφαλής – ούτε και το ίδιο δεν ήταν ασφαλές, έμοιαζε ετοιμόροπο όταν πήγαμε, κι ως ετοιμόροπο το έκλεισαν λίγο καιρό μετά. Ξανάνοιξε σε ασφαλή περιοχή, χάρη στην πανεπιστημιακή κοινότητα του Σικάγο που δεν ήθελε να δει να χάνεται η ιστορία αλλά ήθελε και ησυχία, τάξη κι ασφάλεια. Όμως στο γκέτο είναι η ρίζα και το σπίτι του.

Η περιοχή γύρω από το σαλόνι ονομαζόταν Muddy Waters Drive από τους ντόπιους.

Ο Black Lone Ranger πέθανε δύο χρόνια αργότερα. Το 1998. Το αληθινό του όνομα ήταν James Ramsey. Η μπάντα που έπαιζε το πρώτο βράδυ ήταν ενός μπλουζίστα αγαπητού στο Ιλλινόι, του Vance Kelly.


Για τον Αμβρόσιο, το Γνωμοδότη , το Ρητέρν, το Μαίανδρο, το Ζωρζ, κι όλους όσους επιμένουν να θυμούνται ότι A-λήθεια σημαίνει Άρνηση της Λήθης

13.4.06

η Γιορτή σου


Ξέρω πως δε σ’ αρέσουν οι δημοσιοποιήσεις. Ξέρω πως. Όμως,

κι αν μυστικά αναθρέφεται, το άρωμα του άνθους εν τελει το προδίδει.

Φως μου.
Εσύ που γεννάς το τραγούδι
Μήνυμα κρυφό του κόσμου,
χρόνια σου πολλά.

12.4.06

Σαμάνος Ιωσήφ ο ιαματικός


Στη μάινστρίππερ και στη φίλη της που ζωγραφίζει πεταλούδες


Είχα πάει να τον συναντήσω μαζί με την αγαπημένη μου φίλη. Ξέρετε, αυτή που την περιγράφει η φράση «τέτοιες φιλίες δεν υπάρχουν πιά». Τη λέω «το μέλι μου». Με λέει «μωρή τρελλή». Αλληλοθαυμαζόμαστε μέχρι αηδίας. Ούτε ο Θας με τον Κουκ, τέτοιο πράγμα! Φωναζόμαστε Μεγαλοκοπέλλες. Έχουμε ιδρύσει το Μεγαλοκοπέλλα Κλαμπ. Το μέλι μου. Αληθινή, εύμορφη, όλο καρδιά, με βισινόματο και τσαγανό. Και με εμμονή στη γόβα στιλέτο. Κανείς δεν είναι τέλειος...
Είχαμε πάει να τον συναντήσουμε στο Ντύσσελντορφ. Ιούνιος. Οι μέρες του τζαζ φεστιβαλ,. Γυρνοβολάμε πίνοντας μπύρες κι ακούγοντας μουσική. Ολσταράκι εγώ, στιλέτο το μέλι μου, κι αφήστε τα πλακόστρωτα να αναρωτιούνται. Με «αυτή την αντιπαγκοσμιοποίηση στο κεφάλι» εγώ, ο Λόουν Ρέηντζερ με το πιστολάκι, εκείνη, να ισιώνει και την τελευταία τρίχα της κεφαλής της πριν βγούμε έξω. Δέκα ώρες να αποφασίσει τι θα φορέσει, ένα τεταρτάκι κι αν η αφεντιά μου. Στη βιτρίνα του Λουί Βιττόν το μέλι μου, με τους ποδηλάτες στο κανάλι να τραγουδάω λα μπάμπα εγώ. Φτυστές, σας λέω! Φτυ-στές!

Το μέλι μου έχει απίστευτο μάτι. Μάτι για Μάττα. Ένα έργο, μια λιθογραφία του Ρομπέρτο Μάττα στο σπίτι της είχε κρίνει πολλά με μας τα δυό. Όταν πρωτοπήγα εκεί, αρχές της φιλίας, είδα το έργο του κι αναφώνησα έκπληκτη «Μάττα!». Μου είπε: «Τον ξέρεις;» Ήταν όλη χαρά. Και ποταμός, ως συνήθως. «Κανείς δεν τον ξέρει! Εσύ που τον ξέρεις; Εγώ δεν τον ήξερα. Τον είχαν στείλει δώρο σε ένα παλιό μου αφεντικό. Τον πέταξε στα σκουπίδια γιατί δεν του άρεσε. Πήγα και το μάζεψα από τα σκουπίδια. Δεν τον ήξερα αλλά το έργο του μου μίλησε, βρε παιδί μου. Δεν είναι καταπληκτικό; Έχεις δει άλλο Μάττα; Είδα στο Παρίσι, άσε, δε σου λέω τίποτε!». Εκεί, ευτυχώς, χρειάστηκε να πάρει ανάσα κι έτσι μου δόθηκε η ευκαιρία να τη φιλήσω σταυραετά. Ύστερα, πηγαίναμε για ψώνια, για φαγητό, για κρασάκι, σινεμά, στην κουζίνα, στη βεράντα, ύστερα είπαμε τους καϋμούς μας, μιλήσαμε με τις ώρες για αγόρια και για ζωγραφική, χτίζοντας δικούς μας όρους, μακριά από ακαδημαϊσμούς. Τσακωθήκαμε άγρια μόνο και μόνο για να μπορέσουμε να κλάψουμε η μια στην αγκαλιά της άλλης. Είμαστε φίλες από αυτές που λένε πως δεν υπάρχουν πια.

Ντυσσελντορφ, λοιπόν. Τον Μπόυς δεν τον γνώριζε ακόμη. Την εχω σηκώσει πρωί πρωί, έχω υπομείνει τις ετοιμασίες της κι έχουμε πάρει το δρόμο για το μουσείο Μοντέρνας Τέχνης. Στο δρόμο μου θυμώνει λίγο – δασκαλίζω λέει. Όμως, ξέρω πως αν μπούμε μέσα δε θα μας αφήνουν να μιλάμε και πρέπει να της πω. Τόσοι Κλέε, Καντίνσκι, Ρουώ, Ντιξ, Σβίττερς, ο Μπόυς… Λίγες μέρες μετά, γράφω στους φίλους:

«Στην πιο φωτεινή αίθουσα του μουσείου Μοντέρνας Τέχνης του Ντύσσελντορφ, ειναι ο τάφος του Γιόζεφ Μπόυς. Είναι ο τάφος που έφτιαξε για τον παλιό εαυτό του, τον παλαιό άνθρωπο. Το φως μπαίνει από το ταβάνι, οι τοίχοι άσπαστο λευκό, τα ξύλα και τα μέταλλα στο ταβάνι επίσης.

Μακρόστενος ο χώρος της ταφής. Δύο οι σαρκοφάγοι για να χωρέσει ο πόνος του θανάτου του. Τα νεκροκρέβατα, εκεί που το κορμί του ήταν ακουμπισμένο, στο ένα μέτρο απ το έδαφος, μπρούτζινα. Το κιβούρι γυάλινο. Στο ένα, οι γούνες που τύλιγαν το κορμί του, ένα χυτό κεφάλι αποκομμένο, το μέταλλο πράσσινο, το στόμα μισάνοιχτο, έκφραση πόνου. Στο άλλο νεκροκρέββατο τα άκρα του, το λίπος που έγινε τα άκρα του ξανά, τυλιγμένα κορδόνια δερμάτινα. Νάρθηκες και δεσμά - σε ποια ζωή?


Ο στολισμός της νεκρικής αίθουσας έδειχνε πως ο πολιτισμός που έθαψε το Γιόζεφ Μπόυς ήξερε καλά την επεξεργασία του μετάλλου. Μεγάλες μπρούτζινες πλάκες, επεξεργασμένη επιφάνεια να αντιφεγγίζει τόσο το φως που να μη σε τυφλώνει ούτε η ζωή ούτε ο θάνατος, και να μην κλέβουν την παράσταση απ το νεκρό, ήταν τοποθετημένες στους δυο μακρείς τοίχους. τέσσερις και τέσσερις, αντικρυστά βαλμένες, ξεκινούσαν από το ύψος του νεκροκρέββατου, ύψος περίπου 2 μέτρα πλάτος ένα. Μια μικρή κορνίζα-ανάγλυφο σχηματιζόταν στις άκρες.

Ο νεκρός είναι σαμάνος. Δεν είναι πολεμιστής. Οι ορθογώνιες μεταλλικές πλάκες δεν είναι ασπίδες. Κανένα όπλο δεν ετάφη μαζί του. Μόνο τα φάρμακα που ανασταίνουν - οι γούνες, το δέρμα και το λίπος.

Μπήκαμε σιωπηλές. Θέλω να γονατίσω και να κάνω το σταυρό μου. Το μέλι με κράτησε. Είπε αργά: «και να μη μου έλεγες πριν τα δασκαλίστικα, πάλι δε θα άντεχα εδώ μέσα».

Έφυγε και κάθησε έξω από το νεκροθάλαμο παίρνοντας βαθιές ανάσες, με τα γόνατα ελαφρά λυγισμένα, τις παλάμες στα γόνατα. Ο άγγελος σαμάνος της έφερνε ανάσες στη φούχτα.

Βρήκα δυο βιβλία για το έργο του στη βαρβαρική. Στο ένα είναι μόνο φωτό από δρώμενα κι εγκαταστάσεις- ο τρόπος που δούλευε, η κίνηση. Έχει μια φωτογραφία του από αυτές που κάποιοι βγάζουν κρυφά για να σου κλέψουν την ψυχή σου. Τα μάτια του αναστημένου ανάβρυζαν μια θλίψη που δεν έλεγε να ξεχυθεί μα όλο μαζευόταν».

Κι ύστερα, καθώς δραπετεύαμε από το θάνατο, τους έγραφα πάλι:

«Οι "λέξεις που μπορούν ν ακούσουν" είναι μια σειρά μολύβια πάνω σε σελίδες φτηνού ημερολογίου. Δεν είχαν δίπλα εξήγηση, όμως μου φαίνεται ειν ο τρόπος που είδε πως η στοματική κοιλότητα γεννά τους ήχους. Ο τίτλος είναι μια φράση που χω πει πολλές φορές στη ζωή μου κι ας μην το ήξερα το έργο -τη σειρά έργων. Μιλήσαμε όμως.

Ήταν αρκετά έργα του στους προθαλάμους της ταφικής αίθουσας - το πιάνο μπορεάλις και ο καβαλλάρης ενός βιολιού, το ανεμοδαρμένο αναλόγιο, το φανελένιο του κοστούμι, οι στοιχειοθετημένες σελίδες εφημερίδας κι η σκιά του, οι σαμάνοι του, η Ιφιγένεια/Τίτος Ανδρόνικος σε φωτογραφίες. Στη μια χορεύει ζεϊμπέκικο- το χορό του άνδρα που είναι μόνος απέναντι στο Θεό. Ο θάνατος δεν ακυρώνει την προσευχή, του είπα.


Μετά, πήγαινες στην έκθεση Donald Judd. Ένας αμερικάνος που έφτιαχνε χρωματιστές επιτοίχιες σιντιέρες. Ξαναγύρισα στο Μπόυς - το μέλι μου πήγε where they got the picassos. Την άλλη μέρα ξανά. Βγαίνοντας από το μουσείο είπε: «Από όλους τους καινούριους, δυό θα θυμάμαι: το Μπόυς και το Σβίττερς»

Τώρα που τα ξέρετε όλα για την καλύτερή μου φίλη, καταλαβαίνετε γιατί αξίζει όλη την ομορφιά του κόσμου.

Ένας αγαπημένος ανταπέδωσε τα ημεηλς των περιγραφών με ένα υπέροχο δώρο. Ένα ημέηλ που είχε στείλει το αστέρι μου για τον Μπόυς. Σας έχω μιλήσει για το αστέρι μου. Κείμενά του έχουν φορτώσει στο διαδίκτυο κι άλλοι. Είχε γράψει, λοιπόν, για το Μπόυς ένα κείμενο σε ανύποπτο χρόνο κι εγώ το χα ξεχάσει! Στο κείμενό του εκείνο, έχω αλλάξει μόνο μια λέξη (το όνομά μου, που όποτε το έγραφε χαιρόμουν σα να μου έκανε το πιο όμορφο δώρο), πριν να σας το χαρίσω, όπως κι εκείνος θα ήθελε. Το έντυσα στο χοντροκόκκινο, που αγιογραφεί.

Ο ΝΕΚΡΟΣ ΛΑΓΟΣ

α. Ο Ιππότης ως Ναζί.

Ηταν μία φορά ένας αστραφτερός Ιππότης πού ήθελε να σώση τήν ανθρωπότητα από τήν διαφθορά καί τήν σήψι - έτσι ένοιωθαν τότε όλοι οι στρατιώτες του Αδόλφου Χίτλερ. Ο ναζισμός ήταν μία Ιπποτική επανάστασι - η προσπάθεια της επανιδρύσεως του κόσμου με τήν αποκατάστασι της γενναιότητος, της θυσίας, του ηρωϊσμού, της κοινωνικής αλληλεγγύης. Ναζισμός, η τελευταία ευκαιρία της Ευρώπης καί της Δύσις, να επανα- προσδιορίση τίς αρχές της, να ακυρώση τήν νεοταξική της πραγματικότητα.

Η μοίρα της Δύσεως: Ο Ιππότης του μεταφυσικού Φωτός, καταλήγει ανηλεής φύλακας του Αουσβιτς. Είναι αυτό πού δεν μπορεί να δη η Μιραντό - δόξα σοι ο Θεός - πίσω καί μέσα στήν «μεγάλη» ζωγραφική πού θαυμάζει - δεν βλέπει την Τρεμπλίνκα καί τό Αουσβιτς πού ελλοχεύουν στα βάθη.

β. Με τό Στούκας.

Ο Ιωσήφ ήταν πιλότος ενός γερμανικού Στούκας στό Ανατολικό μέτωπο. Αγγελος της Αποκαλύψεως - Τιμωρός, Απολυμαντής, Υπεράνθρωπος, Δίκαιος. 1943. Το αεροπλάνο του κατερρίφθη πάνω από τήν Κριμαία.

γ. Μόνος στό Δάσος.

Το αεροπλάνο του πήρε φωτιά. Ο ίδιος επέζησε - η έκρηξι τόν τίναξε μακριά καί βρέθηκε στό έδαφος. Ετοιμοθάνατος αλλά ζωντανός. Ηρθε η νύχτα καί τα ζώα του δάσους τόν πλησίασαν.
Ενας λαγός, ένας λύκος, ένα τσακάλι. Τόν
μύρισαν κι έφυγαν.

δ. Η σωτηρία

Τήν άλλη ημέρα τόν βρήκαν ντόπιοι κυνηγοί. Ζούσε ακόμα - εφιαξαν ένα πρόχειρο φορείο καί τόν μετέφεραν στόν καταυλισμό τους. Μόλις πού ανάσαινε. Τόν παρέδωσαν στα χέρια του σαμάνα της φυλής.

ε. Επιστροφή στήν Μήτρα

Ο Ναζισμός ονειρεύτηκε τήν Μεταφυσική του Ανθρώπου, ο Ιππότης τήν βρήκε. Ο ιατρός σαμάνας, άλοιψε τό τραυματισμένο καί καμμένο σώμα του με πέντε δάχτυλα ζωϊκού λίπους καί τόν φάσκιωσε μ ένα αρκουδοτόμαρο, τό οποίο έδεσε γύρω του σφιχτά. Μόνο τό πρόσωπό του έμεινε ελεύθερο. Καί έτσι, φυλακισμένον στήν μήτρα των ζώων, τόν άφησε έναν ολόκληρο μήνα.

στ. Η επιστροφή

Εναν μήνα αργότερα, γεννήθηκε ένας από τους μεγαλύτερους καλλιτέχνες του 20ου αιώνα.

ζ. Η Μήτρα των ζώων.

Γράφω καλλιτέχνης, αλλά δεν ακριβολογώ. Ο Ιωσήφ πίστευε πώς κάθε άνθρωπος ανεξαιρέτως είναι ένας καλλιτέχνης. Τέχνη είναι η ζωή καί η αποκάλυψι του νοήματός της. Οι κριτικοί δεν ήξεραν τί να κάνουν μαζύ του. Γνώριζαν πώς είναι σπουδαίος, αλλά δεν μπορούσαν ούτε να τόν κατατάξουν, ούτε να τόν πουλήσουν.


Τα κύρια υλικά της τέχνης του ήταν τό λίπος και τα τομάρια των ζώων. Σε μία έκθεσι πού έκανε στήν Αμερική, έζησε δυό βδομάδες μέσα στό μουσείο παρέα μ' ένα τσακάλι. Αυτή ήταν η «έκθεση». Οταν μπήκαν στο τέλος οι υπευθυνοι, οι αίθουσες του μουσείου εμοιαζαν καί μύριζαν σαν δάσος - τότε που ήταν σχεδόν νεκρός καί τα ζώα τόν πλησίασαν.

η. Ο Καλλιτέχνης εξηγεί τήν ζωγραφική σ έναν νεκρό λαγό.

Ηταν ημέρες καθισμένος σε μία καρέκλα. Τό πρόσωπό του είχε σκεπάσει μέ μέλι καί χρυσά φύλλα φθινοπώρου. Στήν αγκαλιά του βαστούσε έναν νεκρό λαγό. Αμίλητος. Κάθε τόσο, άγγιζε τό πόδι του νεκρού λαγού σε κάποιον από τους ζωγραφικούς πίνακες πού βρίσκονταν ολόγυρα. Του εξηγούσε την ζωγραφική, δηλαδή τόν θάνατο.

θ. Κάποτε, οι Γερμανοί τόν έκαναν καθηγητή στήν Ακαδημία του Ντύσσελντορφ. Δεν ήξεραν τί τους περίμενε. Ο Ιωσήφ ίδρυσε τήν οργάνωση «Αμεση δημοκρατία» κατέλαβε με τους φοιτητές του τήν σχολή καί ζήτησε αμέσως την εφαρμογή της.

ι. Εκανε κι άλλα πολλά πού βαριέμαι τώρα να γράψω. Προσπάθησε να γίνη Ορθόδοξος, όπως είχε προσπαθήση ο Βαν Γκόγκ, και δυό τρείς ακόμα. Δέστε τίς φωτογραφίες πού στέλνω. - εκεί καί ο λαγός. –«

Η φωτογραφία του Ντυσσελντορφ από εδώ

10.4.06

"Μόνο στους εφιάλτες μας είμαστε ικανοί να δούμε καθαρά τι έχουμε απογίνει"

O Χρίστος Τσιόλκας, συγγραφέας του Loaded κι ένας από τους σημαντικότερους νέους αυστραλούς λογοτέχνες, μιλάει στη Μιραντολίνα για την ομοφυλοφιλία, το Θεό, την δουλειά του ως βοηθού κτηνιάτρου, την Ελλάδα και την Ευρώπη σήμερα, με αφορμή το τελευταίο του βιβλίο Dead Europe.

Για τον Αμβρόσιο και για το Μανι

Ο Χρίστος Τσιόλκας είναι συγγραφέας και διανοούμενος παλιάς κοπής και μαζί ένας ζεστός, τρυφερός άνθρωπος. Στο τέλος της ανταλλαγής μιας σειράς μέηλ, του είπα πως θα ήθελα πολύ, τη ερχόμενη φορά που θα έρθει στην Ελλάδα, να μου δώσει τη χαρά να πάμε να πιούμε ένα κρασάκι παρέα. Είναι το είδος του ανθρώπου που χαίρεσαι να συζητάς, ακόμη και για να διαφωνήσεις. Είναι άνθρωπος με ακμαία ψυχή, ζωντανές αγωνίες και καλή προαίρεση. Και, βεβαίως, είναι καλός συγγραφέας. Κάποιοι θα πουν «καλός ομοφυλόφιλος συγγραφέας». Πιστεύω ότι γκέυ και γυναικεία και διάφοροι τέτοιοι χαρακτηρισμοί αδικούν την καλή λογοτεχνία. Ο Χρίστος είναι καλός συγγραφέας, έτσι κι αλλοιώς και τελεία και παύλα.

Αυτή η συνέντευξη έγινε με αφορμή το τελευταίο του βιβλίο. Το Dead Europe. Όμως δε μείναμε εκεί. Είχε την καλοσύνη να μη θέσει όριο ερωτήσεων κι έτσι …του άλλαξα τα φώτα.


Έγινες αρχικά γνωστός στην Ελλάδα από μια ταινία κι όχι από τα βιβλία σου. Σε πειράζει;

Αισθάνομαι τυχερός που η Άνα Κόκκινος επέλεξε το Loaded για ταινία. Οι ταινίες είναι από τα μεγάλα μου πάθη. Αισθάνομαι τυχερός που με ξέρουν κάποιοι, έτσι κι αλλοιώς.

»Θέλω αυτό το βιβλίο να εξοργίσει τους ανθρώπους», έχεις πει για τη Νεκρή Ευρώπη. Είναι ο θυμός αρκετός, ακόμη και σαν πρώτο βήμα;


Ο θυμός δεν είναι το ίδιο με την οργή, ή μάλλον με το ξέσπασμα της οργής. Η οργή, το ξέσπασμα της οργής εμπεριέχει δράση, εμπεριέχει μια κατάσταση τέτοιου σοκ ή τέτοιας ενόχλησης ώστε να είναι αναπόφευκτη η αντίδραση. Στην Αυστραλία κλειδώνουμε άνδρες, γυναίκες και παιδιά σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, στην έρημο, μόνο και μόνο γιατί είναι πρόσφυγες. Κι αυτό αντιμετωπίζεται μόνο με το να αφήσουμε την οργή μας να ξεσπάσει.

Ντρέπομαι πολύ για την πατρίδα μου. Ίσως να είναι κι ένας από τους λόγους που νοιώθω ελεύθερος στην Ελλάδα. Δεν χρειάζεται εκεί να ζήσω με την ντροπή του να είμαι Αυστραλός.

Γιατί αφιέρωσες το βιβλίο σου σε δύο ανθρώπους που γνώρισες ελάχιστα;

Αφιέρωσα το βιβλίο σε δύο θείους μου – Δημήτρηδες κι οι δύο. Ο αδελφός του πατέρα μου κι ο αδελφός της μητέρας μου. Το έκανα γιατί μου δίδαξαν πολλά για την ελληνική ιστορία και τον πολιτισμό, τα οποία επηρέασαν το βιβλίο. Έρχονταν από διαφορετικά πολιτικά στρατόπεδα αλλά κι οι δύο ήταν γενναιόδωροι, καλοί άνδρες. Η αφιέρωση είναι κίνηση αγάπης. Ήμουν τυχερός που τους γνώρισα και που πέρασα μαζί τους κάποιο χρόνο. Το γεγονός ότι συναντηθήκαμε μόνο τέσσερις φορές πάντα μου ξαναγεννάει τον πόνο της ξενιτιάς.

Ποια Ευρώπη και ποιες παραδόσεις γέννησαν την Αυστραλία; Μπορεί κανείς να βάλει μαζί τις δυνάμεις της αποικιοκρατίας με χώρες σαν την Ελλάδα ή την πρώην Γιουγκοσλαβία;

Φυσικά κι υπάρχει διαφορά μεταξύ της Ευρώπης της Δύσης και της Ευρώπης της Ανατολής, των Βαλκανίων και του Νότου. Στην Αυστραλία, η κυρίαρχη αγγλική κοινότητα ορίζεται από την βρετανική προέλευσή της. Κι ύστερα υπάρχουν οι διάφορες κοινότητες από την Ευρώπη, την Μέση Ανατολή, την Αφρική και την Ασία. Οι μετανάστες από την Ευρώπη, για να οριοθετήσουν τη διαφορά τους από τους αγγλοαυστραλούς, χρησιμοποιούν τον όρο Ευρώπη, αφήνοντας σύγχυση για την εθνότητα. Κι έτσι, η λέξη Ευρώπη φτάνει να αντιπροσωπεύει τον όντως πολιτισμό σε αντίθεση με τον αγγλικό ρατσισμό. Ένα ακόμη από τα θέματα στο βιβλίο είναι μια προσπάθεια να γράψω κατά της μυθοποίησης της Ευρώπης και να υπενθυμίσω στους Αυστραλούς ότι η Ευρώπη από την οποία ήρθαμε εδώ δεν είναι η ρομαντική Ευρώπη της φαντασίας τους.

Καταγράφεις τη δυτική παρακμή. Αν η δύση σήμερα είναι σε παρακμή, ποιος δεν είναι;

Είμαστε όλοι παρηκμασμένοι; Ναι, ως προς το ότι όλοι μοιάζει να επιθυμούν να είναι δυτικοί, να είναι καταναλωτές κι όχι παραγωγοί, ότι ακόμη και η φαντασία και τα όνειρά μας είναι παρηκμασμένα. Ίσως γι αυτό έγραψα τη Νεκρή Ευρώπη σαν εφιάλτη. Ίσως μόνο στους εφιάλτες μας σήμερα είμαστε ικανοί να δούμε καθαρά τι έχει απογίνει.

Γράψαμε ένα έργο με τον Σπύρο Οικονομόπουλο, το Non Parlo di Salo για το Θέατρο των Εργατών στην Μελβούρνη που παίχθηκε αυτή τη σαιζόν. Το έργο αναφέρεται στον Πιέρ Πάολο Παζολίνι και το τελευταίο του φιλμ, Salo ή 120 μέρες στα Σόδομα, που είναι απαγορευμένο στην Αυστραλία. Ένας από τους ήρωες του έργου αναρωτιέται αν υπάρχει «…μια χώρα, ένα πρόσωπο, ένας νους που να μην αποικήθηκε» από τον καταναλωτισμό.

Πιστεύω ότι υπάρχουν άνθρωποι και καλλιτέχνες και διανοούμενοι που μας δείχνουν ήδη την έξοδο. Το θέμα είναι αν μπορούμε κι αν μας επιτρέπεται να ακούσουμε τις φωνές τους. Η κακοφωνία της Ευρώπης και των ΗΠΑ, τα παράσιτα του CNN κι η ΕΕ είναι τόσο δυνατά! Για παράδειγμα, αυτός ο «πόλεμος κατά της τρομοκρατίας» συνεχίζει να επανακαθορίζει τα πολιτικά όρια του κόσμου μας με τον αυθαίρετο, φανταμενταλιστικό, άπληστο και επικίνδυνο τρόπο του, έτσι ώστε να πρέπει να επιλέξουμε ένα μοναστικό τρόπο ύπαρξης για να κρατήσουμε τις ιδέες και την αντίσταση ζωντανά.

Οι άστεγοι δεν είναι παρηκμασμένοι. Η κοινωνία που δημιουργεί αστέγους είναι παρηκμασμένη. Γιατί υπάρχει αυτό που λέγεται πολλά χρήματα, πολλή άνεση, πολύς πλούτος, πάρα πολύ φαγητό και πιοτό. Αυτή η υπερβολή, ορατή στην Αυστραλία, τις ΗΠΑ, τη δυτική Ευρώπη, είναι πραγματικά αηδιαστική, αληθινή αρρώστεια. Είναι καρκινογόνος.


Θα ήθελες να δείς όλα τα βιβλία σου μεταφρασμένα στα ελληνικά;

Ναι. Και θα ήθελα να ξέρω πως νοιώθουν οι Έλληνες για τη δουλειά μου.

Ποια είναι τα αισθήματά σου για την Ελλάδα;


Είμαι Αυστραλός κι όχι Έλληνας. Όμως θα ήταν ανειλικρινές να μην παραδεχθώ ότι επιθυμώ την Ελληνικότητα. Λατρεύω να είμαι στην Ελλάδα. Λατρεύω τη ζεστασιά και τη γενναιοδωρία των Ελλήνων. Λατρεύω και την αγένειά τους και τον τρόπο που θεωρούν τον εαυτό τους κέντρο του κόσμου. Θα μπορούσε η δουλειά μου να μιλήσει στους Έλληνες; Νοιώθω μια ελευθερία στην Ελλάδα, που ποτέ δεν ένοιωσα στην Αυστραλία. Νοιώθω ανοιχτωσιά, σα να βγάζω φτερά. Αλλά καταλαβαίνω ότι μέρος αυτής της ευφορίας είναι γιατί είμαι ξένος, και αισθάνομαι ασφαλής σαν ξένος στην Ελλάδα. Λόγω της εμφάνισής μου, της γλώσσας μου, της ελληνικής μου κληρονομιάς ποτέ δεν θα ξέρω πως ένας μετανάστης ή πρόσφυγας νοιώθει στην Ελλάδα.

Τα Βαλκάνια, με την εξαίρεση της Ελλάδας, σήμερα "εξάγουν" οικονομικούς μετανάστες, μετανάστες όπως η Ελλάδα πριν 50 χρόνια.

Όλοι οι μετανάστες είναι οικονομικοί μετανάστες. Η οικονομία δεν ξεχωρίζει από τον πόλεμο και το διωγμό. Η οικονομία καλλιεργεί το έδαφος για τον πόλεμο και τον διωγμό.

Από την εμπειρία σου, οι Έλληνες της Ελλάδας σου φαίνεται να ξεχνούν ότι είναι οι ίδιοι ένας λαός με μεγάλη διασπορά στην συναναστροφή τους με μετανάστες;

Το 2000, στο ξενοδοχείο που έμεινα στη Σαντορίνη, μοιράστηκα έναν καφέ κι ένα τσιγάρο με την ρωσίδα καθαρίστρια. Τη ρώτησα το όνομά της, και μου είπε «Φωτεινή». Τη ρώτησα αν αυτό ήταν το ρώσικο όνομά της. Είπε ότι το ρώσικο ήταν Σβετλάνα, αλλά οι έλληνες αρνούνταν να την φωνάζουν μ αυτό. Είναι ένα μικρό περιστατικό. Σε σχέση με τον τρόμο του ρατσισμού είναι μια μπούρδα. Αλλά εμένα μου μίλησε για τον τρόπο που μέσω της μετανάστευσης σβήνονται τα ονόματα, ο πολιτισμός, ο τόπος.

Δεν υπάρχει ούτε ένας αυστραλός έλληνας με τον οποίο να έχω μιλήσει μετά την επιστροφή του από την Ελλάδα, που να μην ενοχλείται από τον τρόπο που η Ελλάδα αντιμετωπίζει τους μετανάστες. Σαν παιδιά μεταναστών βρεθήκαμε όλα να αγωνιζόμαστε να αποδείξουμε ότι η αυστραλιανή ταυτότητα είναι πολυπολιτισμική, ότι η γλώσσα κι η θρησκεία κι η παράδοση από την οποία έρχεσαι δεν έχουν σημασία στην υπηκοότητα. Λοιπόν, ναι, βλέπω ρατσισμό στην Ελλάδα. Όμως, όταν μιλάω σε μια ρουμάνικη οικογένεια στην Ελλάδα, βλέπω την κληρονομιά τους και την παράδοσή τους ως ρουμάνικη αλλά θεωρώ ότι ως πολίτες είναι πια Έλληνες. Με ενθουσιάζουν οι δυνατότητες που αυτή η κατάσταση γεννά στην Ελλάδα. Όταν τα παιδιά αυτών των μεταναστών θα αρχίσουν να γράφουν, να κάνουν ταινίες, τέχνη, θα μιλούν για μια Ελλάδα που θα είναι διαφορετική από το παρελθόν. Και βλέπω ελπίδα σε αυτή την δυνατότητα.

Σε προσωπικό επίπεδο, η νέα Ελλάδα μου θυμίζει πόσο αποξενωμένος είναι από την χώρα των γονέων μου. Είμαι Αυστραλός. Κι αυτό το κατάλαβα στην Ελλάδα της δεκαετίας του 90.
Συνδέεις την άρνηση του Θεού με τη σεξουαλικότητά σου. Ομοίως κι ένας ετεροφυλόφιλος θα μπορούσε να πει ότι επειδή έχει προγαμιαίες σχέσεις, ας πούμε, υποχρεώθηκε να έρθει σε ρήξη με το θείο. Αυτό όμως μάλλον δεν τον επηρεάζει. Μήπως η αποδοχή από την επίσημη εκκλησία είναι σημαντικότερη για τους ομοφυλόφιλους, τελικά;

Η ρίζα όλων βρίσκεται στην φύση της αιδούς και της σεξουλικότητας στον πολιτισμό. Ο λόγος για τον οποίο ο θρησκευτικός εξοστρακισμός των ομοφυλοφίλων παραμένει πολιτικό ζήτημα, είναι ότι σήμερα η μόνη αξιόλογη αντίδραση στην ομοφυλοφιλία είναι η εκκλησιαστική. Η ιστορία, η βιολογία, η τέχνη, όλοι μιλούν υπέρ και τιμούν την πραγματικότητα της πολύμορφης σεξουαλικότητας. Μόνο η θρησκεία μιλά εναντίον από θέση εξουσίας. Η υπαρξιακή αγωνία του θρησκευόμενου ομοφυλόφιλου, είναι ότι ακόμη κι η κοινωνία αποδεχθεί κι επικυρώσει την ταυτότητά του πολιτισμικά, νομικά, κοινωνικά, ακόμη και τότε δεν του επιτρέπεται η κοινωνία με το Θεό του. Η κοινωνική ιστορία του δυτικού κόσμου τα τελευταία 25 χρόνια είδε την εκ νέου αποδοχή του ομοφυλόφιλου στην κουλτούρα. Στον Ευρωπαϊκό μοντερνισμό, οι ομοφυλόφιλοι, όπως κι οι Εβραίοι, αντιμετωπίζονταν ως παραβατικοί και ανατροπείς και γι’ αυτό είχαν έναν σημαντικό ρόλο στο περιθώριο του πολιτισμού. Σήμερα, ρόλο περιθωριακό τους δίνει μόνο η θρησκεία.

Πως αντιμετωπίζει έναν γνωστό αριστερό, ομοφυλόφιλο διανοούμενο σαν κι εσένα η ελληνοαυστραλιανή κοινότητα;

Πως; Ελπίζω ως εξοργιστικό!

Υπάρχει αυτή η μία ελληνοαυστραλιανή κοινότητα ή είναι ένας μύθος;

Και υπάρχει και είναι μύθος. Υπάρχει ως ένας πολιτικός τρόπος οργάνωσης. Υπάρχουν ελληνικές επιχειρήσεις, η ελληνική εκκλησία, οι ελληνοαυστραλοί βουλευτές. Σε κοινωνικό επίπεδο, οι «Έλληνες της Αυστραλίας» έχουν ήδη τέταρτη γενιά. Υπάρχουν άνθρωποι που προέρχονται από σπίτια με δύο παραδόσεις – ελληνική η μία κι η άλλη ιρλανδική, σουδανική, κινέζικη, των ιθαγενών… Κάτι στενά ορισμένο όπως η «ελληνική κοινότητα» δεν μπορεί να μιλήσει σε αυτούς τους ανθρώπους πια περισσότερο από ότι μιλά στους Έλληνες που είναι εβραίοι ή μουσουλμάνοι ή βουδιστές.

Συνεχίζεις να εργάζεσαι στο κτηνιατρείο. Σε μια δουλειά που σε φέρνει σε συνεχή επαφή με το βουβό πόνο εκείνων που δεν μπορούν να εκφραστούν με λέξεις. Σε ευαισθητοποιεί αυτό; βοηθά και την «χωρίς λόγια» επαφή σου με τους ανθρώπους;

Όταν δουλεύεις με τον πόνο, με πλάσματα που υποφέρουν, όταν έρχεσαι αντιμέτωπος με την αρρώστεια και το θάνατο, πρέπει να μάθεις να δουλεύεις και με την απώλεια και τη θλίψη. Βέβαια, μπορεί να γίνεις κι αναίσθητος, να αποστασιοποιηθείς, να αντιμετωπίζεις τον οργανισμό σαν κόκκαλα, ιστούς και αίμα. Ο πόνος δεν χρειάζεται λόγια για να εκφραστεί. Με τα ζώα, κοιτάς στα μάτια – όπως κάνεις και με το ανθρώπινο ζώο. Συνηθίζεις το νεκρό σώμα. Όμως, πάντα, κάθε φορά εκπλήσσομαι από την ομορφιά, τον τρόμο και τον πόνο της στιγμής του θανάτου. Κάτι που δεν είναι βιολογικό εγκαταλείπει. Οι θρησκευόμενοι άνθρωποι έχουν μια λέξη γι αυτό. Το λένε «ψυχή». Θέλω να βρω τις λέξεις να το περιγράψω και ν αγγίξω όσους δεν πιστεύουν.

Δουλεύοντας με τα ζώα, υποχρεώνεσαι να αναγνωρίσεις την «τερατουργία» της ζωής, να καταλάβεις δηλαδή ότι κι ο θάνατος και ο φόνος είναι ζωή. Αλλά, όταν αρχίσεις να καταλαβαίνεις τα ζώα, ως πλάσματα που υποφέρουν, αρχίζεις να σέβεσαι και την τραγωδία της ζωής. Αρχίζεις να αποδίδεις αξία στη ζωή. Ένα άλλο σημάδι της παρακμής του σύγχρονου κόσμου μας είναι ότι μπορούμε να σφαγιάζουμε τα ζώα με τέτοιο μεγαλειώδη, μαζικό, φρικτό, αποτελεσματικό τρόπο, χωρίς ούτε μια φορά να έχουμε κοιτάξει τα μάτια τους.

Η ωραία φωτογραφία στη σκάλα είναι της φίλης του Χρίστου, Zoe Ali που την χιλιοευχαριστώ για την καλοσύνη κι ευγένειά της να μου τη στείλει.

7.4.06

H Xρύσα κι ο Νίκος μαζί ξανά

Έγραφε η Ναυτεμπορική πως η Χρύσα Ρωμανού έχασε τη μάχη με τον καρκίνο. Δεν ήταν αυτό η αιτία της αναχώρησής της, όμως. Ήταν που δεν άντεχε απ’ όταν έχασε το Νίκο της. Το Νίκο Κεσσανλή. Τους χάσαμε και τους δυό μες σε τόσο λίγο χρόνο. Κι ας μη τους χάσαμε. Ποτέ δεν ξεχνάς τους δασκάλους σου. Ούτε κείνους που σου ’δειξαν ένα πρότυπο της αγάπης.

Γνώρισα τη Χρύσα και το Νίκο της στη Βαρκελώνη. Εκείνος ήταν πρύτανης στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, τη Χρύσα μου τη σύστησαν ως τη σύζυγό του. Αργότερα, εκείνη την πρώτη μέρα, μου ’παν πως η Χρύσα ήταν κι η ίδια εικαστικός σημαντική.

Η Χρύσα που γνώρισα τότε ήταν η ίδια πάντα. Όπως κι ο Νίκος που γνώρισα. Συνήθως αυτό που μου συμβαίνει με τους ανθρώπους είναι πως ξεκινάω με μια πρώτη γνώμη κι ύστερα προστίθενται κι άλλα στοιχεία, πλουτίζουν οι εικόνες τους και αποκαλύπτεται η πολυπλοκότητά τους. Δεν ήταν έτσι με τη Χρύσα και το Νίκο. Από την αρχή ήταν πολύπλοκοι αλλά με έναν ευρύ κι ανοικτό τρόπο που τους έκανε απτούς. Γενναίοι και γενναιόδωροι προς τον κόσμο και προς τον καθένα. Σοβαροί και σίγουροι, γεμάτοι χιούμορ. Με μια ζηλευτή σχέση, μια μοναδική αγάπη να τους δένει. Αυτά όμως τα ανακάλυψα μετά τα εγκαίνια.
Ο Κεσσανλής είχε πάθει γαστρορραγία λίγες μέρες πριν γνωριστούμε. Οπότε, ήταν σε αυστηρή δίαιτα. Η οποία δίαιτα απαγόρευε το ουίσκυ. Η Χρύσα, κέρβερος της αγάπης της, δεν τον άφηνε να πιεί. Μα εκείνος κατέβηκε στο λόμπυ του ξενοδοχείου, δήθεν να μας πει κάτι για την Μπιενάλλε Σχολών Καλών Τεχνών που μας έφερνε εδώ, και παρήγγειλε τσάκα τσάκα ένα ουίσκυ. Χαιρόταν το βαρύ κρυστάλλινο ποτήρι, το χρώμα, την πρώτη γουλιά, σαν άτακτο παιδί που είχε κάνει σκασιαρχείο. «Μη το πείτε στη Χρύσα» μας είπε και τα ματάκια του είχαν υγρανθεί και γελούσαν. Τον μάλωσα και ανησυχούσα, όπως όλοι μας, αλλά, ε, δε θα τον καρφώναμε κιόλας. Κι ύστερα κατέβηκε η Χρύσα και παριστάναμε ότι το ουίσκυ είναι αλλουνού (δικό μου, νομίζω, αλλά δεν είμαι και σίγουρη). Κι εκείνη ήξερε και του μούτρωσε λιγάκι αλλά μετά έκανε πως τον πίστεψε και δεν τον ξανάφησε απ τα μάτια της.

Στα εγκαίνια της Μπιενάλλε ήταν πολύ περήφανος. Πολύ περήφανος. Οι δύο απόφοιτοί της σχολής στην οποία πρυτάνευε, η Άντζυ κι ο Γίγας, είχαν κλέψει την παράσταση. Την πρώτη μέρα κιόλας ερχόταν ξένα πανεπιστήμια να τους ζητήσουν να συνεχίσουν εκεί. Κι ο Κεσσανλής έγινε καλά. Έλαμπε ολόκληρος, είχε όρεξη για νυχτερινή ζωή, καλό φαί και προπαντός καλή παρέα να μοιραστεί όλα αυτά κι όλα τα άλλα των χρόνων της πρώτης δημιουργίας. Πάντα ήταν φωτεινός, αυτή τη λάμψη πάντα την έβλεπα, μα σε κάποιες στιγμές ήταν ήλιος σκέτος.

Το ίδιο βράδυ μας πήγε να μας κάνει το τραπέζι στην καλύτερη πιτσαρία της Βαρκελώνης. Ε, αφου ήθελε ιταλικό! Περάσαμε υπέροχα, έτσι κι αλλοιώς, με μνήμες από το Μάη του 68, τότε που ο φτασμένος Νίκος κι η φιλόξενη Χρύσα τάιζαν και πότιζαν την εν Παρισίοις αντιστασιακή Ελλάδα, με κουτσομπολιά μεγάλων της τέχνης, πόσους δεν είχε γνωρίσει!, με μπόλικες πίτσες, μακαρονάδες και κρασί…

Όμως δεν είναι αυτό που θυμάμαι περισσότερο. Περισσότερο θυμάμαι το βλέμμα της Χρύσας. Πως τον κοίταζε. Πώς να σας πω; Μια γυναίκα που στέκεται στα πόδια της, που έχει χτίσει, έχει γίνει αποδεκτή, έχει αγαπηθεί απ αυτόν που έχει αγαπήσει, μια γυναίκα του αυτεξουσίου, κοιτά εκείνον που του παραδόθηκε και που τον αγαπά και είναι περήφανη για τη δημιουργία του και όλος ο κόσμος της είναι αυτός ο ένας όχι από ανάγκη αλλά ως η αποκάλυψη της ωραιότητας του σύμπαντος κόσμου. Πώς να σας πω; Πως; Αυτό το βλέμμα δεν μπορώ να το ιστορήσω. Ελπίζω στους ποιητές που έρχονται.

Την επομένη πήγαμε για τάπας σε μια ταβέρνα πολύ απλή και με ωραίους μεζέδες, κοντά στη Ράμπλα. Εκεί, μας είπε, πηγαίνανε με τη Χρύσα για φαγητό όταν την κοπανούσαν από το Παρίσι και ερχόταν λίγες μέρες στη Βαρκελώνη. Τρύπα στο χρόνο, το μαγαζί δεν το ξαναβρήκα ποτέ.

Ήταν ειλικρινείς. Σχεδόν ωμοί. Με όμορφο τρόπο αν και κάποτε σοκαριστικό για τους τυπολάτρες… Ήταν κοσμοπολίτες, αλλά με περηφάνεια για τη ρίζα τους. Είχαν καταπληκτικό χιούμορ. Όσο τους έζησα μαζί, μάθαινα αυτή την ομορφιά της αγάπης τους και την ομορφιά του καθενός τους χωριστά. Έβλεπα πόσο η σχέση αυτή η μοναδική τους κράτησε νέους κι αγωνιστές. Τον τρόπο που η Χρύσα τον προστάτευε, τον φρόντιζε, τον αγαπούσε. Τον τρόπο που γύριζε σε κείνην για να στηριχθεί ή για να τη στηρίξει. Χωρίς ποτέ, ούτε στιγμή, να εκπέσουν σε μικροαστισμό.

Την προτελευταία φορά που βρεθήκαμε όλοι, ήταν για να μου δώσει κάποια έργα της η Χρύσα. Όχι για μένα – για τους Γιατρούς Χωρίς Σύνορα, για το Ιράκ. Είχε ξεκινήσει μια πρωτοβουλία από την ομάδα Καρατρανσαβανγουάρντια, να μαζευτούν έργα από πολλούς εικαστικούς, να εκτεθούν και να βγουν σε δημοπρασία για να χρηματοδοτηθεί αποστολή των ΓΧΣ στο Ιράκ.

Είχα αναλάβει σωφεράντζα. Να πάω στα σπίτια όσων ζωγράφων ζούσαν στα βόρεια προάστεια να πάρω τα έργα. Μαζί κι ο αυτοκράτωρ, που ακόμη θυμάται πως του χάιδεψε το κεφαλάκι ο Χρήστος Καράς και του πε «από σας περιμένουμε τώρα!» και πως η Χρύσα έλεγε «Άσε βρε το παιδί!» όσο εγώ τον νουθετούσα να προσέχει στο σπίτι –μουσείο των Κεσσανλή-Ρωμανού. Είχε βγάλει στο τραπέζι έργα της, λιθογραφίες, από την προσωπική της συλλογή κι από τις αρχές της δεκαετίας του 70. Έργα σπάνια, ολιγάριθμα έτσι κι αλλοιώς, από τα οποία η ίδια είχε κρατήσει μόνον ένα αντίτυπο και τώρα το έδινε για τους Γιατρούς, για το Ιράκ. Με εφηβική ζωντάνια κι αγωνιστικότητα με εμψύχωνε, διακρίνοντας μια κάποια κούραση - είχα αφήσει το σπίτι τους τελευταίο στη βόλτα μου. Με πάθος και λεβεντιά έβριζε τους αμερικάνους. Με τρυφερότητα και ζεστασιά κάλεσε τον αυτοκράτορα «να έρθεις να κολυμπήσουμε στην πισίνα όποτε θέλεις!».

Ξαναβρεθήκαμε όταν ο δάσκαλος ήταν πολύ άρρωστος. Δεν έβλεπε πολύ κόσμο. Σκεφτόταν να πάει να τον δουν γιατροί στο Παρίσι. Πήρα τηλέφωνο και πήγα. Με μάλωσαν που δεν πήρα το παιδί μαζί. Δεν ήθελα να τους κουράσει, εξήγησα – δε μπορούσα να πω τίποτε χειρότερο. Η Χρύσα τον φρόντιζε κι εκείνος αφηνόταν με ανακούφιση πια, χωρίς τάση για σκανταλιές. Αυτοσαρκαζόμενος μου είπε «κάποτε έπεφτα πάνω στα έργα μου από άποψη, τώρα πέφτω γιατί δεν με κρατάνε τα πόδια μου». Όμως ζωγράφιζε, πάλι, συνεχώς. Ποτέ δε σταμάτησε να ζωγραφίζει. Είχε κι ένα γείτονα φίλο που τον βοηθούσε.

Το γραφείο του γεμάτο χαρτιά, βιβλία, σημειώσεις. Ακατάστατο. Πίσω από το κεφάλι του, στην κατάμεστη βιβλιοθήκη, η αιώνια φωτογραφία του Πάγκαλου. Τον αγαπούσε πολύ. Τους ένωναν κοινές μνήμες άλλων καιρών. Συζητήσαμε πρώτα για το Παρίσι, τους γιατρούς, τον αναπόφευκτο Μάη και το "κοίλον της ιστορίας" του Γιώργου Καραμπελιά - τον έλεγε "Γιωργάκη" γιατί ήταν ο μικρότερος τότε στο Παρίσι.

Κουτσομπολεύαμε. Έλεγε πως, από τους κυβερνώντες τότε πασόκους, μόνο ο Πάγκαλος ήξερε από εικαστικά κι ίσως κι ο Γιάννος Παπαντωνίου που είχε την κιμπαριά να πληρώνει τα έργα των εικαστικών κι όχι να κάνει τις συνήθεις γυφτιές των λοιπών πολιτικών. Μου έλεγε για τον Σημίτη που δεν ήξερε τίποτε από εικαστικά κι απορούσε «καλά τι τη σπούδαζε την κόρη του!». Δεν τον ενοχλούσε όμως μόνο αυτό στον τότε πρωθυπουργό. Περισσότερο τον ενοχλούσε ο δήθεν κοσμοπολιτισμός, η αρχοντοχωριατιά κι ο σουσουδισμός. Μου πε πως είχαν συναντηθεί στην Ουάσιγκτον. Είχε καθήσει ο Κεσσανλής σε ένα παγκάκι στον θρυλικό κήπο του μουσείου μοντέρνας τέχνης, απολάμβανε μόμπιλε και γλυπτά του Αλεξάνδρου Καλδερ, τσιμπολογώντας ψωμάκι και τυράκι που χε φέρει μαζί του. Θυμόταν την εικόνα και χαμογελούσε σα να την ξαναζούσε να η ευτυχία ενός ανθρώπου που τον χόρτασε τα πάντα η ζωή, που μου λεγε «δε θυμάμαι ονόματα, δε θυμάμαι τι έφαγα το μεσημέρι, όμως θυμάμαι κάθε πινελιά, κάθε πινελιά σε όποιο έργο αγάπησα στη ζωή μου» και έλαμπε έτσι που σε αγκάλιαζε το φως του. Πέρασε κι ο Σημίτης, λοιπόν, από τον κήπο, αλλά δεν είδε τίποτε. Τυφλός τα ώτα... Ο Κεσσανλής τον φώναξε «να έρθει να απολαύσει τα έργα και να μοιραστούμε το ψωμί και το τυρί», μα ο Σημίτης αρνήθηκε κοιτώντας "με κάποια περιφρόνηση" το ψωμοτύρι– τίποτε δεν ξέφευγε από το μάτι του δασκάλου. «Ε, τι να περιμένεις από αυτόν τον άνθρωπο;» με ρώτησε. Κι ύστερα μου δειξε πάλι, περήφανος, τον Ντυσαν του στον κήπο και τα έργα που του έχουν χαρίσει μαθητές του, μου πε πως έχει χαρίσει ένα σωρό έργα στο ελληνικό κράτος και θα χάριζε κι άλλα παρά την αχαριστία που εισέπραξε, κάναμε κοινωνική κριτική στη Λαμπράκη Πλάκα, είπε πολύ καλά λόγια για την Άννα Καφέτση, και τότε...

τότε μίλησε η Χρύσα, τόση ώρα διάφανη, αόρατη, ο φύλακας άγγελός του, η Χρύσα των μονολεκτικών προσθηκών, της μιας μικρής διευκρίνησης που θα βοηθούσε τη ροή του λόγου του, η Χρύσα που με κοιτούσε περιμένοντας να μοιραστώ την περηφάνεια της για κείνον. Ήμουν περήφανη και για τους δυό τους. Μίλησε για να με επαναφέρει στην τάξη, να μου θυμίσει ότι είχε περάσει η ώρα κι έπρεπε να δώσω το φιλί του αποχαιρετισμού.

Φεύγοντας από το σπίτι τους, στην οδό Νίκου Κεσσανλή, χτύπησε το κινητό. Είπα στον αγαπημένο που πήρε τηλέφωνο πως, ένοιωθα ευτυχισμένη, πως είδα να ανοίγουν οι ουρανοί. Όπως τους ανοίγουν η αρχοντιά κι η γενναιοδωρία των χορτάτων και πολύπειρων ανθρώπων. Ο άρχοντας Κεσσανλής κι η αρχόντισσά του.

Ύστερα βρεθήκαμε μόνο με τη Χρύσα. Χωρίς το Νίκο της. Στην κηδεία η Χρύσα είχε γείρει. Είχε γεράσει. Είχαν ξαφνικά έρθει τα χρόνια στην πλάτη της, βαριά κι ασήκωτα. Και δεν είχε κανέναν να τα μοιραστεί. Μας αναζήτησε και μας φίλησε, όμως. Τα μάτια της, τα τεράστια μάτια της κι η γενναιότητά της είναι οι τελευταίες μνήμες.

Τους αγαπάω μαζί. Τη Χρύσα και το Νίκο. Ήταν άπιστοι, αλλά ευτυχώς υπάρχει Θεός κι έτσι τώρα ξαναβρίσκονται μαζί και είναι ευτυχισμένοι. Κι αυτή τη στιγμή, που ο Νίκος διαβάζει τα περί Θεού ρίχνει δυό βρισιές- ζεϊμπέκικο στην μπλογκοπίστα και γελάει και ίσως θέλει πάλι "να πιάσει ένα σπρέυ και να γράψει 666". Η Χρύσα τον κοιτάει. Με κείνα τα μάτια. Με κείνον τον τρόπο. Χαμογελάω κι έχω έναν κόμπο στο λαιμό.

Από την κορφή: η Χρύσα από το Νίκο, έργο της Χρύσας, ο Νίκος, η Χρύσα, έργα του Νίκου. Το πιο γνωστό εν Ελλάδι έργο του Νίκου, στολίζει το σταθμό της Ομόνοιας. Οι εδώ φωτογραφίες είναι απο το ουεμπ, και κυρίως από άρθρα για το Νίκο και τη Χρύσα από την εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ.