Mirandolina

30.1.06

Θυμάσαι που είμαστε εδώ;


Στο μπαλκόνι του σπιτιού στην Καλαμαριά είμαστε, ναι. Πριν την αρρώστεια. Πριν το αίμα του αδελφού γίνει αίμα σου. Πριν η μάνα ζήσει ξανά και ξανά την ελπίδα και το θάνατο μπρος στην οθόνη – το λέγανε «στο Star σε επανάληψη». Πριν γεννηθεί το αγόρι που ήθελα να του δώσω το όνομά σου. Πριν μιλήσουμε τελευταία φορά στο τηλέφωνο. «Εδώ Παραράς. Σε λίγο και πάλι κοντά σας». Και γέλασα. Γέλασα ψυχή μου, πάντα με έκανες να γελάω κι ας μη γελούσες εσύ. Δύναμη. Αντρίκια, καθαρή δύναμη. «Εδώ Παραράς. Σε λίγο και πάλι κοντά σας». Η μόνη υπόσχεση που δεν κράτησες στη ζωή σου, σπάνιο αγόρι, φωτεινό.

Έβγαζα πάντα κακές φωτογραφίες, όμως νομίζω εδώ κάτι κατάφερα. Νυχτοπεταλούδες, γύρω απ το φως με το τσιγάρο στο χέρι. Την έχω κορνιζάρει, ξέρεις. Δίπλα μου- παρέα με το Σάββα, τον Τάσο, την Τίνα. Do you remember when we used to sing?

Εμένα οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά,
που κάνουν τραμπάλα στις ταράτσες ετοιμόρροπων σπιτιών,
που κάνουν ότι λάχει,
κάνουν πάρτυ στο 13ο όροφο,
φτιάχνουν δρόμους και ενώνουν ερήμους,
η Κατερίνα ξέρει,
οι φίλες μου είναι σύρματα τεντωμένα στις ταράτσες παλιών σπιτιών,
κάνουν ότι λάχει,
όλο ταξιδεύουν οι φίλοι μου γιατί δεν τους αφήσανε σπιθαμή για σπιθαμή,

εμένα οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά,
οι φίλοι μου δε μεγαλώνουν, δεν ωριμάζουν-


οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά με ψυχή ανεξίτηλη,


την πλένουν στη φωτιά για να δροσίζεται,


μαζεύουν λαμπερά χαλίκια απ τις οικοδομές γελώντας,

δεν έχουν χαρτοκόπτες,

μαχαιρώνουν τα βιβλία γιατί τους μαχαιρώνουν κι αυτά,

ενώνουν τις πληγές και γίνονται αδελφοποιτοί,


φορούν τις πληγές λέξεις στο στήθος

και τις γυαλίζουν κάθε πρωί,

ζωγραφίζουν χάρτες του θησαυρού για να τους βρεις,


οι φίλοι μου,


κεντούν αστέρια σε τούτου για μπαλαρίνες ξυπόλυτες,


γράφουν "μουσική, έρωτας κι ένα ποδήλατο μου φτάνουν",


πλατειάζουν οι φίλοι μου,

στιχάκια δανεικά δεν τα χρειάζονται,

ρούχα χαρισμένα φορούν

οι φίλοι μου,

πίνουν μεταξά απ το μπουκάλι στο Μπερλίν,

τους κοιτάει ο Κόρτο και τους κλείνει το μάτι...

Ο Αντώνης Παραράς έφυγε από τη ζωή στις 4 Φεβρουαρίου του 1997. Δεν άντεξα να πάω στην κηδεία. Πήγα το Σάββατο, να του κάνω μνημόσυνο. Πάλι δεν άντεχα, γύριζα ανάμεσα στους τάφους κι αρνούμην να πλησιάσω το φρεσκοσκαμμένο χώμα, σκεπασμένο σημειώματα, κεράκια, λουλούδια. Ο πατέρας Κωνσταντίνος ήταν στο νεκροταφείο. Κατάλαβε. "Που τον ψάχνεις; ουκ έστιν ώδε". Μπόρεσα να κλάψω.

Και 'ς τη δεξιά του τη μεριά ν' αφήστε παραθύρι,
να μπαίνη ο ήλιος το πρωί και το δροσιό το βράδυ,
να μπαινοβγαίνουν τα πουλιά, της άνοιξης τ’ αηδόνια,
και να περνούν οι γέμορφαις, να τον καλημεράνε.


Κάθε που τελειώνει Γενάρης, τα ίδια. February makes me shiver with every paper I deliver. Σακάτης μήνας, μοιράζεται τον πόνο του. Κάθε που, θυμάμαι να ανάψω κεράκι στο τέλος της αθωότητας: στα τρία αγόρια που έφυγαν the day the music died και στο αγόρι που ήθελε να την αναστήσει.

Τα μαύρα δικά μου. Οι κόκκινοι στίχοι της Κατερίνας Γώγου. The day the music died τη βάφτισε ο Ντον ΜακΛηην στο American Pie.

28.1.06

Αυτογνωσίας περι(ποίησις)

Αύγουστος Κυριακή η Ελλάδα πλάι στη θάλασσα:
ήλιος δροσιά πεύκα φαΐ κρασί κι αγάπη.

Στο πικάπ

έπαιζε ασταμάτητα
του Τσιτσάνη η "Συννεφιασμένη Κυριακή".
Και κανείς δεν είπε ν’ αλλάξει ο δίσκος...


Αντίδωρο μισό στον κβαντικό και το σημερινό του διαμάντι η ποίηση είναι αντανάκλαση στίλβοντος τράιομφ του 69 από δεύτερο χέρι και μισό στον Κάπταιν Κουκ γιατί ο τίτλος·

Στο τυρκουάζ βαλιτσάκι-πικάπ παίζανε οι δίσκοι βινυλίου. Τους λέγαμε "πλάκες". Δεν είδε ποτέ του σεμεδακια. Ήταν των εκδρομών. Η μαμά το φρόντιζε, να είναι πάντα στην τρίχα. Ο μπαμπάς έβαζε τις πλάκες.

Το ποίημα: Θωμάς Γκόρπας Στάσεις στο μέλλον

26.1.06

Μα, γίνεται πανηγύρι χωρίς...


μαλλί της γριάς; ε; ε; Που τα μάθατε αυτά εσείς; γιαααα πείτε μας! Ερωτώ, κυρία Λέμον μου και κύριε Κωνσταντίνε. Πρωτοβουλίαν λαμβάνουσα, λοιπόν, ορίζω: Σερβιριστείτε και καλώς ορίσατε!

Με την ευκαιρία, να υπενθυμίσω στο φιλοθεάμον κοινό ότι υπάρχουν ακόμη δύο προσκλήσεις για την παράσταση του έργου «Συγχώρεση» της Σώτης Τριανταφύλλου που διασκεύασε και ανεβάζει στο θέατρο Σχεδία (Βουτάδων 34, Γκάζι, τηλ. 210-3477448) ο Βασίλης Κανελλόπουλος. Αναμένω μέηλ των ενδιαφερομένων στο mirandolina παπάκι otenet τελεία gr. Άντε, βρε, μη ντρέπεστε, μεταξύ μας είμαστε!

Η φωτογραφία είναι από εδώ

25.1.06

To χρωματιστό κορίτσι πάει θέατρο


Συνέντευξη της Άντζυς Καρατζά στη Μιραντολίνα. Πρώτη δημοσίευση των σχεδίων της για τα κοστούμια της θεατρικής παράστασης «Συγχώρεση» (διασκευή του ομώνυμου έργου της Σώτης Τριανταφύλλου, από τον Βασίλη Κανελλόπουλο. Ανεβαίνει στο θέατρο Σχεδία).



Πολύ χαίρομαι που θα είμαι εγώ που θα σας συστήσω την δεσποσύνη αριστερά. Άντζυ Καρατζά, εικαστικός. Το κορίτσι γάτα. Το πιο χρωματιστό κορίτσι της Αθήνας. Χαίρεται που σας γνωρίζει, μου είπε.

Μιλάμε και πάλι κάνει τα μαγικά της: η Άντζυ είναι ένας γιορτινός άνθρωπος. Δεν γίνεται να μη νοιώσεις τη γιορτή όταν είσαι κοντά της.

Την ξέρω χρόνια – από όταν, φοιτητάκια, μαθαίναμε ελληνικά στα γκαρσόνια που μας φέρναν μπύρες, στην πλάθα Ρεάλ στην Βαρκελώνη. Δος μας dos mas! Ξαναβρεθήκαμε Βαρκελώνη αρχές των 90ς. Ήταν η μία εκ των δύο ελλήνων στη Μπιενάλλε νέων καλλιτεχνών. Μας έβγαλαν κι οι δυό τους ασπροπρόσωπους. Ο Κεσσανλής ήταν ολόχαρος, παρά την ταλαιπωρία από τη γαστρορραγία, να καταλάβετε. Ήταν έντονες κι όμορφες μέρες. Στήναμε έργα επί δύο ημέρες, χωρίς ύπνο, με μπύρες, γέλια και υπέροχη κούραση. Ήπιαμε μια θάλασσα στο dia y noche και μοιραστήκαμε το ίδιο δωμάτιο στο Χοσταλ Λεβάντε. Από τότε αγαπιόμαστε.

Μ αρέσει η Άντζυ. Αν ακούγατε το γέλιο της θα έφτανε για να καταλάβετε. Κι όχι μόνο. Η δημιουργικότητά της φαντάζει αστείρευτη. Οι γάτες της – η γνωστή εικαστική υπογραφή της-- είναι υπόμνηση του όμορφου τρόπου που μεγαλώνει και μαζί κοινωνία, όπως πάντα η τέχνη. Ο κόσμος της, ο γατόκοσμός της, είναι ένας κόσμος στον οποίο διέσωσε ακέραια την παιδικότητά της. Παιδικότητα αληθινή-- διόλου γλυκανάλατη, διόλου αναβαφτισμένη στη ροζ ρηχότητα που προτιμούν οι φελλοί. Οι γάτες της κουβαλούν όλα τους τα ένστικτα, όλη την αγριάδα και όλη την αυστηρότητα του παιδιού. Στη σωστή δόση – στην αληθινή δόση. Και μαζί έχουν πρόσωπο - ποτέ δε θα μπερδέψεις μια γάτα της Άντζυς με άλλη γάτα. Διότι, είναι το κορίτσι γάτα. Και μαζί είναι το πιο χρωματιστό κορίτσι της Αθήνας.

«Μερικές φορές νομίζω πως ντύνομαι άβολα.
Να...στενά παντελόνια ας πούμε...Άλλες φορές -μάλλον τις περισσότερες- περπατάω στο δρόμο και ακούω παιδάκια να λένε: ''Μαμά, μαμά μία κλόουν...'' Δε ταράσσομαι. Έτσι κι αλλιώς φοράω χρωματιστά ριγέ, μεγάλα κουμπιά, πουά, τιγρέ κι όλα αυτά μαζί κι ανάκατα, άλλα αντί άλλων για τους περισσότερους...»
Δεν ντύνεται άβολα, μη την ακούτε! Ντύνεται Άντζυ. Τα κονβερς της δεν οδηγούν τα βήματα σε κίτρινους τουβλόστρωτους δρόμους, αλλά στρώνουν χαρά στους δρόμους της Αθήνας. Τα πιο ωραία κίντερ έκπληξη τα έκανε σκουλαρίκια. Όταν βλέπω στις βιτρίνες πράγματα χαρά τη σκέφτομαι, να καταλάβετε. Τα λέει και μόνη της λίγο παρακάτω – ορίστε:

«Τι σχέση μπορεί να έχει μία (εικαστική) κατασκευάστρια γάτων - μαύρων, άσπρων, πορτοκαλί, ριγέ, τιγρέ, πουά, χαρωπών γάτων, παιχνιδιάρικων, αρσενικών και θηλυκών, γάτων που κάνουν sex, που διαβάζουν comics, που ακούνε μουσική, που αφουγκράζονται τη μέρα και τη νύχτα, που πλένουν τα δόντια τους ή που πάνε βόλτα τα μωρά τους - με την ενδυματολογία; Καμία ή και πολύ μεγάλη! Γιατί σιγά-σιγά οι γάτες ''έφυγαν'' από το σώμα τους κι έκαναν βουτιά σε ρούχα παιδικά. Έμεινε μόνο η ουρά τους, ή τα πόδια τους, ή το κεφάλι ή τα χέρια τους.

Ντύθηκαν τα ρούχα ή τα ρούχα ντύθηκαν τη γάτα.

Πήγαν βόλτα στης δημιουργίας τη τρέλλα, μπήκαν σε βαλίτσες μαζί με στίβες ρούχων και γώ πραγματικά δε ξέρω πόσο μακριά μπορεί να πάει αυτή η βαλίτσα...
Ελπίζω να έχει δρόμο ακόμα...

Έτσι σε αυτή τη θεατρική δουλειά έκανα ό,τι ακριβώς κάνω και στα έργα μου.
Αντί να ντύσω τη γάτα, έντυσα την κούκλα, δηλαδή τον ηθοποιό.

Τα ρούχα ράβονται σε χοντρό νάυλον, γίνονται στατικά και επίπεδα, ξεκρεμιούνται και κάποια στιγμή φοριούνται από τους ηθοποιούς, ενώ η πρωταγωνίστρια αφαιρεί σιγά-σιγά τα ρούχα της και ελευθερώνεται από αυτά - και από άλλα...»

Να σας πω ένα μυστικό: «Ντύσε την Κούκλα» ήταν έργο της Άντζυς για την Cheap Art – πριν την θεατρική της περιπέτεια, δηλαδή! Στο ρόλο της κούκλας, το κορίτσι γάτα! Ας γυρίσουμε στην κουβέντα μας, όμως. Και, παρακαλώ, χρωματιστό κορίτσι, είναι η πρώτη σας ενδυματολογική δουλειά;

«Είναι η δεύτερη δουλειά που κάνω στο θέατρο. Το καλοκαίρι είχα ντύσει τους ηθοποιούς στο έργο "Μοσκώβ Σελήμ" του Βιζυηνού σε σκηνοθεσία Κίμωνα Ρηγόπουλου. Να μην πώ όμως κι άλλα, γιατί νομίζω, μερικές φορές "ντύνομαι" άβολα...»

Θα ήθελα πολύ να μπορούσα να σας χαρίσω το γέλιο της.

Διευκρίνησις: Γραφω το όνομά της με ύψιλον, διότι η Άντζυ είναι αγκαλιά.


Λίγα λόγια για την παράσταση:

Η «Συγχώρεση» είναι έργο της Σώτης Τριανταφύλλου -άρα μιλά την (αναγνωρίσιμη κι αγαπητή) γλώσσα της. Νουβέλα, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη. Ο Βασίλης Κανελλόπουλος διασκεύασε το έργο και το παρουσιάζει στο θέατρο Σχεδία (Βουτάδων 34, Γκάζι, τηλ. 210-3477448). Παίζουν οι ηθοποιοί: Ελένη Μακρή, Κώστας Γεραντώνης, Χρυσανθή Γεωργιάδου, Θεανώ Κουτσουνάκη, Κωνσταντίνα Μάρα, Μπενέτα Οικονόμου και Βασίλης Παπαγεωργίου. Τα σκηνικά είναι του Οδυσσέα Καψάλως, τα κοστούμια, όπως είπαμε, της 'Αντζυς Καρατζά και οι μάσκες του Σταύρου Μπονάτσου.

Το Αθηνόραμα, που οργανώνει αβαν πρεμιέρ σήμερα, γράφει για το έργο: «Όλα δομούνται πάνω σε μια παράδοξη σχέση στοργής που αναπτύσσεται ανάμεσα σε μια μητέρα και το δολοφόνο του παιδιού της στο Νάσβιλ της Αμερικής. Η ηρωίδα, χωρίς να στηρίζεται σε ενσυνείδητες πολιτικές απόψεις κατά της θανατικής ποινής και πέρα από την παραδοσιακή στάση της αμερικάνικης κοινωνίας «wanted dead or alive», καταφέρνει να συγχωρήσει το φονιά του παιδιού της συνειδητοποιώντας ότι αυτός είναι ο μοναδικός τρόπος για να επιζήσει»..

Ο ευγενής Βασίλης Κανελλόπουλος, όταν έμαθε για τούτο δω το ποστάκι από την Άντζυ, προσέφερε στο ευλόγ μας πέντε (διπλές) προσκλήσεις για την παράσταση. Οι προσκλήσεις θα δοθούν στους πέντε πρώτους που θα μου στείλουν μέηλ mirandolina παπάκι otenet τελεία gr ζητώντας τες. Παίρνετε τον καλό σας ή την καλή σας ή φιλικόν τι πρόσωπο και πάτε, δηλαδή! Ισχύουν για όλες τις ημέρες πλην Παρασκευής και Σαββάτου. Δεν χρειάζεται να δώσετε το αληθινό σας όνομα – θα συνεννοηθούμε περί τούτου.

22.1.06

'Till things are brighter, I'm the Man In Black.


Εν άλλο βράδυ τον άκουσα να κλαίει δίπλα.

Χτύπησα την πόρτα και μπήκα. Μου ’δειξε πάνω
στο κομοδίνο ένα μικρό ξύλινο σταυρό. «Είδες, μου λέει –
Γεννήθηκε η ευσπλαχνία». Έσκυψα τότε το κεφάλι
Και έκλαψα κι εγώ,

Γιατί θα περνούσαν αιώνες και αιώνες και
Δε θα ’χαμε να πούμε τίποτε ωραιότερο απ’ αυτό.


Τάσος Λειβαδίτης, ο αδελφός Ιησούς

Μου ’πε η αγάπη μου πριν γίνει η αγάπη μου: «Το High Fidelity το έχεις δει;». Είπα «όχι». Μου ’πε: «Κι εκεί ο ήρωας λέει το ίδιο με σένα. Λέει πως, το πιο αγαπημένο του βιβλίο είναι «Johnny Cash's autobiography "Cash" by Johnny Cash».» Και γέλασε και το είδαμε μαζί και έγινε η αγάπη μου. Κι ύστερα μου ’στελνε μέηλ με άρθρα για το θάνατο του Τζώννυ κι ανησυχούσε πως είμαι, είμαι καλά;, μου αγόραζε βιβλία για το Τζώννυ σουβενίρ απ τα ταξίδια του, και καθόταν κι άκουγε μαζί μου Τζώννυ και μου σκούπιζε τα δάκρυα όπως ποτέ κανείς.

For the reckless ones whose bad trip left them cold

Όταν έφυγε ο Τζώννυ, μου ’πε ο αδελφός μια μέρα στο αμάξι: «Κοίτα, παίξε και τίποτε άλλο. Το χεις παρακάνει». Και μετά γέλασε και είπε: «Έτσι ήσουν από μικρή, θυμάμαι – τι κόλλημα τράβηξες με το Βαν Μόρισσον!».

Έτσι ήμουν από μικρή. Άμα ερωτευτώ ένα αγόρι-φως μετά το αγαπάω για πάντα. Το Τζώννυ, ας πούμε. Το Τζώννυ τον αγαπάω απ την αρχή με δάκρυα στα μάτια. Ίσως με χαρμολύπη. Όχι θλίψη, πάντως. Μάλλον τον αγαπάω ως λύτρωση. Αυτή είναι η λέξη, ναι. Λύτρωση.

Εξ αιτίας του, καμμιά φορά καταλαβαίνω και τους προτεστάντες -- πως δε χρειάζεται ιερέα η εξομολόγηση. Εγώ κι ο Τζώννυ κι ο Θεός, Κύριε εκέκραξε προς σε, εισάκουσόν μας.

I wear the black for the poor and the beaten down
Livin' in the hopeless, hungry side of town,

I wear it for the prisoner who has long paid for his crime,
But is there because he's a victim of the times.


Γράφει σε ένα γράμμα του προς τον Γιώργο Σεφέρη ο Ζήσιμος Λορεντζάτος πως, θα ήθελε να στήσει μια προτομή του Σεφέρη σε κάθε αδιέξοδο στενό, γιατί αυτοί οι άνθρωποι που συναντάς στα αδιέξοδά σου – και για τον Ζη ήταν ο Σε – αυτοί είναι οι άνθρωποι λυτρωτές, οι σωτήριοι, που σου θυμίζουν την ανθρωπιά σου εν τέλει, όντας οι ίδιοι διέξοδοι. Για τον Ζή ένας τέτοιος άνθρωπος ήταν ο Σε. Για πολλούς και για μένα ένας είναι ο Τζώννυ.

Ξεκινώ να σου γράψω γιατί αγαπάω το Τζώννυ και ξεκινάν τα δάκρυα. Και δεν υπάρχουν λέξεις και το μυαλό μου γεμίζει εικόνες - ο Ζη κι ο Σε, ο Τζέημς Ένσορ, ο Όττο Ντιξ, οι απαγωγείς της Τζαμάικας, η αγάπη μου, ο πόνος του αποχωρισμού, το Πάσχα κι ο αμνός λευκός σα συννεφάκι.

Αγαπάω τη φωνή και τα τραγούδια του με τον τρόπο που δεν υπάρχουν λέξεις. Μα πρέπει να ξεχωρίσω λέξεις, πρέπει

Αγαπάω την αλήθεια του,
Ως το τέλος

αγαπάω το χάρισμα στον άνθρωπο που βούλιαξε στον πάτο και πάτησε γερά στο χώμα το στέριο της αβύσσου που το λέγανε Τζουν και εκτινάχτηκε στην παράδεισο κρατώντας την απ το χέρι,

το άπτωτο της σαλότητας που κέρδισε
επειδή έπεφτε, κι έπεφτε κι έπεφτε
και έβαζε μπρος τα δυό του χέρια και σηκώνονταν,
πιο ψηλά κάθε φορά ώσπου λασπωμένος στην παράδεισο

κι έπαιρνε και μένα και άλλους κάθε φορά κι ως τον ουρανό και για πάντα εκεί

τον αγαπάω χωρίς λόγια
τι ανόητη που είμαι να χτίζω με λέξεις την αγάπη μας


τον αγαπάω επειδή δεν πέρασε ποτέ στο στρατόπεδο των νικητών,
δε μέτραγε επιτυχίες, χρυσούς δίσκους, πουσαπς, σταγόνες ιδρώτα στο γυμναστήριο, βραβεύσεις,

ήταν ο αδελφός μου ο λούζερ σαν κι εμένα

ήταν ένα κακοζωισμένο αγόρι που μάζευε βαμβάκι τόσο δα, έχασε τον αγαπημένο του αδελφό στο κυνήγι του μεροκάματου, της μιας μπουκιάς ψωμί – πήγα να γράψω «μιας γαμημένης μπουκιάς», σχώρα με Τζώννυ, ευλογημένη, έχεις δίκηο – που θυμόταν τα λόγια Επείνασα γαρ, και ουκ εδώκατέ μοι φαγείν, εδίψησα και ουκ εποτίσατε με, ξένος ήμην και ου συνηγάγετέ με, γυμνός και ου περιεβάλετέ με, ασθενής και εν φυλακή και ουκ επεσκέψασθέ με.


Record Company Exec: Your fans are gospel folk, Johnny. They're Christians, and they don't wanna hear you singing to a bunch of murderers and rapists, tryin' to cheer 'em up.
Johnny Cash: Then they ain't Christians.


κι είπε ο αη-Τζώννυ του Άρκανσω

θα πάω στη φυλακή, θα πάω στα κάτεργα, θα πάω στα ορυχεία, θα πάω στο νοσοκομείο

κι είπε ο Αη-Γιάννης ο Μετρητός των αμέτρητων, είπε

φέρτε μου τους πεινασμένους σας, φέρτε μου τη φτωχολογιά σας, φέρτε μου τους ανεπιθύμητους, κι αν δε φτάνει το ψωμί φτάνει η φωνή, να η φωνή τους, δωρεάν έλαβα, δωρεάν δίδω.

And anyway I tell the truth and Im not afraid to die

Έγινε ο Τζώννυ που κλαίει τα δάκρυα που χρειάζονται για να κλάψω κι εγώ, όπως προφήτεψε ο Τάσος Λειβαδίτης.

Τι θέλω να σου πω… αυτό που δε λένε τα λόγια.

Να, στον Τζων Κέηλ, τις προάλλες, είχα βάλει ετούτα τα στιχάκια

Cause something is breaking your heart
Something is breaking your heart
Ι hope something is

Και μου πε μια καρδιά σπάνια πως είναι στίχοι εκδικητικοί και ρώτησε πως τους διάλεξα. Σοκ. Ποτέ –όμως πο-τέ!- δεν τους είχα ακούσει έτσι, ποτέ δε μου είχαν πει αυτό. Ούτε μου χε περάσει από το νου. Τους άκουγα σαν ευχή. Ελπίζω κάτι να ραγίσει την καρδιά σου, δηλαδή: ελπίζω η καρδούλα σου να ραγίζει ακόμη, ελπίζω να μην ενέδωσες σε τούτη την εποχή όπου η απονία, η έλλειψη θλίψης, πόνου, στενοχώριας εξοστρακίζονται, όπου τα δάκρυα εξοστρακίζονται, όπως οι πόνοι της γέννας εξοστρακίζονται, όπου όλες οι λέξεις του πόνου εξοστρακίζονται εν ονόματι του politically correct. Ελπίζω ακόμη να νοιώθεις, να αισθάνεσαι ακόμη. Αυτό ακούω κάθε φορά – αυτό άκουγα πριν με πονηρέψουν δηλαδή. Αυτό έκανε ο Τζώννυ.


Κι έτσι έγινε «είδος από μόνος του», έτσι έγινε ο πατέρας όλων. Έτσι γράφονται διθύραμβοι, κυκλοφορούν βιβλία οι ίδιοι που προωθούν, αγαπούν, προσκυνούν το μαμωνά, έτσι τον κάνουν είδωλο οι εχθροί για να κρύψουν πόσο άνθρωπος είναι. Ο Τζώννυ είναι αληθινός, είναι η βαθιά, κοινωνική, πολιτική συν-πάθεια, αυτή που προχωρά τις κοινωνίες των ανθρώπων, που χτίζει πολιτισμό. Ο Τζώννυ τραγουδάει τη σιωπή την ώρα που σου κρατάει το χέρι, που σε καλεί να γύρεις στην αγκαλιά του με το βλέμμα, που σου χαϊδεύει τα μαλλιά για να πάρει τον πόνο. Προϋπόθεση ο πόνος. Ο Τζώννυ τραγουδάει τις σιωπές μας. Ο Τζώννυ είναι το νυν και αεί του κοινού μας βιώματος, της κοινής τράπεζας, πίετε εξ αυτής πάντες, φάγετε εξ αυτής πάντες, ο Τζώννυ είναι λαϊκός, είναι η επιτομή του λαού της Αμερικής όχι με τον διανοουμενίστικο τρόπο που είναι ο Ντύλαν, όχι απαντώντας σε ερωτήματα της εποχής όπως ο Γούντυ κι ο Λιντμπέλυ, μα με τον τρόπο που είναι λαϊκό το εστιατόριο που τρώνε τα συνεργεία κι όχι ο Ξυδάκης, το νεκροταφείο των Αγίων Αναργύρων κι όχι το σιξ φηητ αντερ. Είναι η υπενθύμιση της κοινής ευθύνης για όσους – πάντες- έφαγαν εξ αυτού.

And, I wear it for the thousands who have died,
believing that the Lord was on their side,
I wear it for another hundred thousand who have died
Believing that we all were on their side.

Η κατακλείδα: Έρχεται η ταινία. Με τον Χοακίν Φοίνιξ να έχει γίνει αλκοολικός για να τα βγάλει πέρα - όταν πλησιάζεις τόσο φως... Εμ, θέλει ταπείνωση η αλήθεια, αλλοιώς καταστρέφεσαι. Η ταινία, με την αγαπημένη μου χολλυγουντιανή τσαμπερδόνα στο ρόλο της αγαπημένης του κάντρυ τσαμπερδόνας. Έρχεται η ταινία με θέμα τον Τζώννυ που αγαπάω περισσότερο απ όλους τους Τζώννυδες. Γιατί δε θέλω να πάω να τη δω; Γιατί με αποδιώχνει; Μπορείς να μου πεις;

Εύσημα: Πως ο Τζώννυ τραγουδάει τις σιωπές μας, μου το πε η μάιντρστρηπερ. Πως ο πόνος οφείλει να ξαναβρεί τη θέση του στον κόσμο μας, μου το θύμισαν ο Ολ Βόυ κι η Χέβα σε μια κουβέντα φωτισμένη από πάθος στο ευλόγ του πρώτου.

Το έργο «Η είσοδος του Χριστού στις Βρυξέλλες» είναι του Τζεημς Ένσορ. Στο Γκεττυ του ΛΑ το έχουν κάμνει βιβλίο συνδυάζοντάς το με το Desolation Row του Ντυλαν. Αγαπάω το Ντύλαν. Όμως, ο Ένσορ κι ο Τζώννυ μου φαίνονται πιο κοντά και αρνούμαι να αγνοήσω το Χριστό στο έργο τους.

Ο τίτλος, οι πρώτοι στίχοι στα αγγλικά κι οι τέσσερις τελευταίοι στίχοι είναι από το Man in Black – τραγούδι ταυτότητα του Τζώννυ. Το ευαγγελικό από το Κατά Ματθαίον. Ο διάλογος μεταξύ εταιρίας και Τζώννυ, από την ταινία. Το “Anyway I tell…” από το Mercy Seat του Νικ Κέηβ, που το τραγούδησε κι ο ήρωάς του, o Τζώννυ.

Το ποίημα του Λειβαδίτη: απ τη συλλογή «Ο τυφλός με τον λύχνο», εκδ. Κέδρος, 1983

Το High Fidelity του Νικ Χόρνμπυ κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Πατάκη.

Το κείμενο γράφτηκε υπό τους ήχους των American Recordings.
Η φωτό στην οποία παίζει λάιβ, είναι από τη συναυλία στη φυλακή Φόλσομ.

19.1.06

Όταν το αγόρι που υπέγραφε Ο.Κ. ερωτεύτηκε

Για τον Πάνο

Μεγαλώνοντας, ανακάλυψε πως είχε και κείνος την έκτη αίσθηση, όπως την είχαν η γιαγιά και η μητέρα. Αρχές του 1915 ζωγράφισε όσα θα του συνέβαιναν μήνες αργότερα στο μέτωπο – το έργο λέγεται Ιππότης Έρραντ (Errant) κι είναι ο Όσκαρ όπως στο μέλλον μέτωπο, πληγωμένος, μεταξύ ζωής και θανάτου, μεταξύ ουρανού και γης. Σε μια διάλεξη που έδωσε λίγο μετά, έδειξε σε ποια επτά σημεία του σώματός του επρόκειτο να ανοίξουν πληγές. Συνήθιζε να διηγείται πως πέθανε στο Λουτεκ, εκεί που ωραίος έφιππος βρέθηκε με μια ομάδα κοζάκους στο κατόπι του, ένας τον έφτασε, ο Όσκαρ μπορούσε να τον σκοτώσει, είχε το μπαγιονέτο του στο στήθος του εχθρού, όμως (η αισθητική, κύριε!) του φάνηκε άσχημος ο θάνατος, του φάνηκε χυδαίο να σκοτώσει τον τεράστιο κοζάκο, να τον πυροβολήσει και να τον δει να πέφτει στο χώμα, κι έτσι ο κοζάκος σκότωσε τον Όσκαρ κι ο Όσκαρ, όπως έκανε από μικρός, προσευχήθηκε κι ήρθε πίσω. Ευχαριστώ, Κύριε!

Ο Όσκαρ μπορούσε να δει ίσια τις ψυχές των ανθρώπων. Ήταν σα να του ποζάρουν αυτές. Κάποτε, ένας αληθινός γνώστης του έργου του, του παρήγγειλε ένα πορτραίτο. Όταν το είδε τελειωμένο του είπε: "Σε αυτό το πορτραίτο, αυτοί που με ξέρουν δε θα με γνωρίσουν. Αλλά, αυτοί που δε με ξέρουν, θα με γνωρίσουν".

Έζησε απόλυτα, πέθανε απόλυτα, αγάπησε απόλυτα. Αντέχεις; Αρχίζει να σκληραίνει – ξανασκέψου αν αντέχεις.

Αγάπησε ένα κορίτσι-ζωή-και-θάνατο. Άλμα Μάλερ – το επίθετο από τον πρώτο τυχερό που ανακάλυψε πως επιτέλους οι μούσες ήταν δέκα. Η Άλμα του Μάλερ, του Κλιμτ, του Όσκαρ, του Γκρόπιους – η Άλμα όλων όσων ήταν δικοί της. Αθώα αγόρια. Την αγάπησαν με πάθος, της έγραψαν τραγούδια, τη ζωγράφισαν, έβλεπαν στα μάτια της τον κόσμο κι αγωνίζονταν να την κερδίσουν χωρίς να καταλάβουν πως τους κέρδισε όλους.

Ο ΄Οσκαρ κι η Άλμα. Το διάλειμμα της, η διάλυσή του. Το καινούργιο αγόρι της Άλμας ήταν πολλά χρόνια μικρότερό της. Ίσως γι αυτό η λατρεία του ξέφυγε από κάθε μέτρο. Στην αρχή ήταν μαζί. Ζωγράφιζε βεντάλιες ερωτικά γράμματα να της στέλνει. Ύστερα, άρχισε να της γράφει με λεξεις – συνηθισμένες ανοησίες των ερωτευμένων, κοινότοπα γράμματα, λεπτομέρειες για κάποιον πίνακα που τελείωνε, πουθενά ορατή η αγριότητα των αισθημάτων του, πουθενά η συγκλονιστική βία του έρωτά του, μόνο όρκοι χιλιοειπωμένοι στην Αγαπημένη--"η πίστη μου σε σένα ειναι αιώνια"--, μόνο κουβέντες που επιβεβαίωναν την μουσική φύση της Αγαπημένης -- "τωρα πια ζωγραφίζω γνωρίζοντας πως υπάρχεις για να τα δεις". Ύστερα, ζωγράφιζε τους δυό τους, σεντόνια ανάκατα, γαλάζιο φως η γύμνια τους, σώματα χαλαρά, χορτάτα, την προστατεύει, ξύπνιος, κοιμάται ήρεμη, ασφαλής, στραμμένη σε κείνον.


Τα πιο όμορφα γράμματα για την Αγαπημένη δεν τα ’γραψε στην Αγαπημένη. Τα ’γραφε στην κυρία Ερμίνα, που την επέλεξε να του φτιάξει την Άλμα του, όταν η Άλμα αποφάσισε πως την χρειαζόταν το Μπάουχαους κι εγκατέλειψε τον νεαρό εραστή της.

Η κυρία Ερμίνα ήταν καλλιτέχνης της μαριονέτας. Κατασκεύαζε κούκλες. Δεν είναι που ο Όσκαρ δε μπορούσε να φτιάξει μόνος του το φετίχ, την Άλμα που δε θα έφευγε ποτέ από δίπλα του. Πολύ καλά θα τα κατάφερνε αλλά… αλλά ήταν αδύναμος, το δικό του άγγιγμα δε θα μπορούσε να της μεταδώσει την απαιτούμενη μαγεία και επίσης, για να ξαναρχίσει η σχέση τους έπρεπε να ξαναμπεί εκείνη ακέραια στη ζωή του και να τον γητέψει πάλι με τα ερωτικά της ξόρκια. Επιπροσθέτως, η Ερμίνα ήξερε το κορμί της Αγαπημένης, όχι όπως εκείνος αλλά το ήξερε κάπως -- παλαιότερα σχεδίαζε τα φορέματά της.

Γράμματα στην Ερμίνα. Και σκίτσα μαζί. Σκίτσα σε φυσικό μέγεθος, ατέλείωτες σελίδες περιγραφών -- πως έγερνε το πόδι της, πως ήταν η κόχη κάτω από το γόνατο, πως ήταν η καμπύλη της κοιλιάς της, η γραμμή του λαιμού…

"Η όψη του κεφαλιού πρέπει να είναι πολύ ακριβής και να καταγράφει ακριβώς εκείνη την έκφραση του προσώπου που πάντα ποθώ, όμως ποτέ δεν κατορθώνω. Η κοιλιά κι οι πιο σκληροί μύες στα πόδια, την πλάτη κλπ πρέπει να είναι σφιχτοί και με συγκεκριμένη υφή. Αυτή η γυναίκα πρέπει να φαίνεται 35 με 40 χρονώ. Προσέξτε τον τρόπο που θα κινούνται τα χέρια και τα πόδια. Η φύση των αρμών πρέπει να ναι τέτοια που ν ανταποκρίνεται στις μεγάλες φυσικές κινήσεις. Δεν πρέπει να μπορεί να σταθεί όρθια. ... το δέρμα μάλλον πρέπει να το κατασκευάσετε από το πιο φίνο υλικό που υπάρχει, ίσως άγριο μετάξι... στόχος όλων αυτών για μένα είναι μια εμπειρία που να μπορώ να την αγκαλιάσω... τα πόδια και τα χέρια πρέπει να τα δουλέψετε περσότερο. Πάρτε, ας πούμε, το δικό σας χέρι ως μοντέλο. Ή σκεφτείτε μια ευγενή ρωσίδα που βγαίνει για ιππασία... και για το πελμα- σκεφτείτε μιας χορεύτριας, ας πούμε της Καρσαβίνα".

"Τι νέα! η Αγαπημένη, από την οποία βρίσκομαι τόσο μακρυά, θα είναι σύντομα δική μου! τα καταφέρατε τόσο καλά στην εξαπάτηση ώστε να μη προσγειωθώ απότομα; ... κι όντως κανείς δεν ξέρει γι αυτήν, εκτός της αδελφής σας;.. πείτε πως στ αλήθεια καταφέρατε να επιτύχετε κείνο το λαμπερό δέρμα με την αγριάδα του ροδάκινου με το οποίο σκεπάζω την ποθητή μου αγάπη στις σκέψεις μου, κι ότι τα γήινα ίχνη του τρόπου κατασκευής της είτε εξαφανίστηκαν λόγω των ευτυχών εμπνεύσεων μιας δημιουργικής, ερωτικής διάθεσης είτε μεταμορφώθηκαν σε μια εμπλουτισμένη αισθησιακή εμπειρία. Χρώμα να βάλετε μόνο σε ταλκ... πότε επιτέλους θα την κρατήσω στην αγκαλιά μου;"

Όταν έφτασε σε δέμα η Αγαπημένη/ψέμμα, απογοητεύτηκε αλλά προσπάθησε να δει σ αυτήν την Αγαπημένη/αλήθεια. Έσερνε την κούκλα σε εστιατόρια, θέατρα, όπερες, ακόμη ακόμη τη ζωγράφιζε -έκανε πολλά τελάρα, στα οποία τη βάζει "σε στάσεις απόλυτης σεξουαλικής παράδοσης" λέει ο Φρανκ Ουίτφορντ.

Κι ύστερα λέει πως "από τα γράμματα φαίνεται ότι ο Κοκόσκα επιζητούσε το αδύνατο".

Επιζητούσε, λέω, να γίνει θεός της θεότητας που λάτρευε. Μα αυτό το κάνει μόνο ο αμοιβαίος έρωτας. Το λένε οι Πατέρες...

οι μεταφράσεις ειν από τα αγγλικά- δηλαδή από ήδη μεταφρασμένα κείμενα
(τα πρωτότυπα στα γερμανικά). Ο Φρανκ Ουίτφορντ είναι βιογράφος του Ο.Κ. (Oscar Kokoschka, A life, εκδ. Atheneum)

18.1.06

Ο καλός Δύτης στα βαθιά φαίνεται

Σε συνέχεια του προηγούμενου ποστακίου, ο Ακίνδυνος υπενθύμισε την υπόθεση Ανδρέα Λεγάκη - ιδού το σχετικό άρθρο από τα ΝΕΑ. Και ιδού και το δαγκωτικό "ακίνδυνο" κείμενο.

Καλή σας ανάγνωση.

Για όσους προτιμούν τα σήριαλ, πηγαίνετε στο προηγούμενο ποστάκι Ψιττακίασης πέρι και θα τα βρείτε κι αυτά, μαζί με μια ωραία συζήτηση, στα σχόλια.

17.1.06

Παπαγαλάκια στα χρόνια της γρίπης*

Την Κυριακή 15 Ιανουαρίου 2006, στην εφημερίδα «Τύπος της Κυριακής», ο δημοσιογράφος Γιώργος Καραϊβάζ υπογράφει ένα σημαντικό ρεπορτάζ με όσα…θα παρουσιαστούν ως ολόφρεσκα προϊόντα ολόφρεσκων αναλύσεων ακόμη πιο ολόφρεσκων γεγονότων την επομένη, Δευτέρα 16 Ιανουαρίου, μετά τον τραυματισμό και τη σύλληψη ενός 28χρονου ληστή ο οποίος έχει περάσει (αλλά δεν έχει κολλήσει) για λίγο από τον αντεξουσιστικό χώρο**.

Το ρεπορτάζ του κ. Καραϊβάζ αναφέρει, όπως βλέπετε στην διπλανή στήλη- σκανάρισμα, πως, η αντιτρομοκρατική (που κάνει ότι μπορεί για να μην αντιμετωπίσει την μετα-ολυμπιακή ανεργία, όπως όλοι όσοι σχετίζονταν με την παραπροτελευταία λαμπρή εθνική μας επιτυχία**) ήδη από τις προηγούμενες ημέρες είχε πλάσει το σενάριο περί «τρομοκρατών» ληστών που στοχεύουν να «αναστήσουν» το «αντάρτικο πόλης» στην Ελλάδα. Εκεί αναφέρεται, μάλιστα, ότι οι καταζητούμενοι ληστές τρομοκράτες είναι πέντε τον αριθμό, κάτι που παρουσιάστηκε ως «νέο στοιχείο» από αρκετά κανάλια σήμερα.

Όπως μπορείτε να δείτε, στα σκαναρίσματα που δημοσιεύονται εδώ, το κυρίως ρεπορτάζ του κ. Καραϊβάζ αποτελεί διαρροή απόρρητης έκθεσης της αντιτρομοκρατικής για την δολοφονία του ειδικού φρουρού Χαράλαμπου Αμανατίδη, προ μηνών. Αυτή τη δολοφονία, η αντιτρομοκρατική τη συνδέει με την νεόκοπη «τρομοκρατία», μάλιστα.

Στο ρεπορτάζ-αποκάλυψη της έκθεσης της αντιτρομοκρατικής αναφέρεται ότι το όπλο με το οποίο έγινε η δολοφονία «μπορεί να ήταν χορηγία της Αστυνομίας», κλεμμένο (;) από αστυνομικό. Επίσης, όπως φαίνεται σε άλλο χωριστό πλαίσιο, κι οι σφαίρες που χρησιμοποιήθηκαν ήταν σπάνιες και είναι πολύ πιθανό να είναι της αστυνομίας. Δεν ξέρω γιατί δεν εξετάζεται από την αντιτρομοκρατική η περίπτωση και να το κρατούσε αστυνομικός, αλλά εμένα ως πολίτι με απασχολεί, να πω την αμαρτία μου.

Επί του κυρίως κειμένου, τώρα:

Στην έκθεση της αντιτρομοκρατικής, που αποκαλύπτεται από τον ΤτΚ, ο δολοφονηθείς ειδικός φρουρός φέρεται να δέχεται ξαφνική επίθεση από τους νεόκοπους «τρομοκράτες», οι οποίοι πιθανώς, λένε οι αρχές, ήδη έχουν κλέψει όπλο έναν αστυνομικό (τα είπαμε).
Ενώ, λοιπόν, του την πέσανε «τρομοκράτες» μες στη μαύρη νύχτα και στα καλά του καθουμένου – λέει η αντιτρομοκρατική—ο ειδικός φρουρός, έτσι χωρίς λόγο και χωρίς πρόγραμμα ήταν έτοιμος για όλα (λες να το χε δει στο φλυτζάνι; ή είχε διαβάσει στο Λεφάκη ότι ο πλούτωνας ήταν ανάδρομος;). Ήταν με το αλεξίσφαιρο και οπλισμένος με πολύ χάι όπλο, που του δίνει «δυνατότητα αντίδρασης σε οποιοδήποτε επιχειρούμενο αιφνιδιασμό». Ακόμη περισσότερο, όταν δέχθηκε την ξαφνική επίθεση «είχε τη σφύρα σηκωμένη, φυσίγγιο στη θαλάμη, το δάχτυλο στη σκανδάλη». Στην επόμενη σελίδα ακόμη μια φορά αναφέρεται η «πολεμική ετοιμότητα» και το αλεξίσφαιρο του «άτυχου φρουρού». Για να τα εμπεδώσουμε. Τώρα αυτό εξηγείται; ή καλύτερα, ενδιαφέρει κανέναν να το εξηγήσει;

Εν τω μεταξύ, υπάρχουν κάτι μαρτυρίες κάτι ξενύχτηδων ότι ακούσανε φωνές – όχι σαν της Ζαν ντ Αρκ, από τις άλλες τις πραγματικές. Ακούσανε, λένε, διαπληκτισμούς μεταξύ των δολοφόνων και του ειδικού φρουρού. Σαχλαμάρες, λέει η αντιτρομοκρατική. «Οι φωνές που άκουσαν οι μάρτυρες δεν είναι απαραίτητα προϊόν διαπληκτισμών».

Ακόμη περισσότερο, οι πολλαπλοί πυροβολισμοί «δεν είναι ένδειξη μίσους» και γενικώς όλα τα λογικά συμπεράσματα δεν λαμβάνονται υπ όψιν όταν δεν είναι βολικά, διότι, κύριοι, εδώ παίζεται το ψωμάκι μας κι ο αμερικάνος φίλος. Οπότε μια υπόθεση που όλα δείχνουν ότι είναι υπόθεση του υποκόσμου θα βαφτιστεί επίθεση τρομοκρατών διότι αυτό βολεύει την αντιτρομοκρατική. Α, μη το ξεχάσω – είναι κι εκείνο το καταπληκτικό που θέλει τους «τρομοκράτες» να φωνάζουν όπως «φώναζαν κι έβριζαν» αυτοί της 17Ν. Χα! Τους πιάσαμε – μιμούνται τον Κουφοντίνα, είναι οι κληρονόμοι, οι περιβολάρηδες!

Έτσι, λοιπόν, μαθαίνουμε από το αποκλειστικό ρεπορτάζ, η αντιτρομοκρατική κατέληξε πως αποκλειστικός σκοπός των δολοφόνων του Αμανατίδη ήταν «η λαϊκή βία». Το σενάριο το έχουμε, το φτιάξαμε κι ησυχάσαμε. Και (όπως μπορείτε να διαβάσετε) κάνουμε και τους έκπληκτους για το πόσο γρήγορα «ανασυντάχθηκε η τρομοκρατία» στη Ελλάδα και φτιάχτηκε ο «Επαναστατικός Αγώνας». Ο Αγών τους.

Ένα ακόμη συμπέρασμα απ όλα αυτά είναι πως, φυσικά, στην Ελλάδα δεν υπάρχει οργανωμένο έγκλημα. Διότι, αν υπήρχε οργανωμένο έγκλημα η αντιτρομοκρατική θα όφειλε να δουλέψει με όντως επικίνδυνα στοιχεία και να αντιμετωπίζει τα ούζι τους συχνότερα. Θα έπρεπε επίσης να αναζητεί σε αυτόν τον οπλισμένο, βρώμικο, ιδιαίτερα επικίνδυνο υπόκοσμο τον δολοφόνο του ειδικού φρουρού – για τέτοια είμαστε τώρα; Α, μη το ξεχάσω: δεν ξέρω αν προσέξατε, αλλά στην έκθεση δεν αναφέρεται ούτε μία φορά ότι υπήρξαν υπόνοιες κι υπήρξαν και δημοσιεύματα που έφεραν τον "άτυχο ειδικό φρουρό" να έχει κάποιες σχέσεις λίγο ύποπτες.
Αααα, κι αυτό μη το ξεχάσω! Απαραίτητη προϋπόθεση για να πείσουμε την κοινή γνώμη ότι πρόκειται περί νέας τρομοκρατικής ομάδας είναι να ρίξουμε έξυπνα και μερικά ονοματάκια στην πίστα. Βρε, ξες τι πόρτες ανοίγει το name dropping; Βάλε ένα Σύρο κι ένα Διώτη στο παιγνίδι και να δεις τι έχει να γίνει. Πήγε, σου λέει, ποτέ να δει ληστή ο Διώτης; Όχι! Ο Διώτης βλέπει μόνο «τρομοκράτες» με έναν και μόνο σκοπό: να τους κάνει να νοιώσουν την αγάπη, to feel the Love!, όπως αναμένεται να τη νοιώσει κι ο Δημητράκης (ελπίζουμε η γυναίκα του να μη ζηλέψει).

Τι δεν έχω λυμένο:
Γιατί αυτά αυτή τη στιγμή;
Πως μπορεί η αντιτρομοκρατική να ελέγξει μια τέτοια ομάδα;
Ποιο στόχο έχει τελικά;

Κι ένα "Γιατί" λυμένο από παλιά: πάντα, όποτε χρειάζονται τέτοιου είδους μπαμπούλες, θα πηγαίνουν να εμπλέξουν τον αντεξουσιαστικό χώρο. Όχι ότι δεν υπάρχουν μηδενιστές, καθαρματάκια, προβληματικοί, πυρόκαυλα, αγράμματα, μαλακισμένα στον ή δίπλα στον αντεξουσιαστικό χώρο. Υπάρχουν. Αλλά, οι λέξεις αναρχικός κι ατομική βία δε συνάδουν – η ατομική βία, η «προπαγάνδα με δράση» τελείωσε πολύ νωρίς κι άφησε βαριά διδάγματα στον αναρχικό χώρο. Όπως περίτρανα αποδείχθηκε και με την «Ε.Ο. 17Ν» μουλούδες μετασταλινικοί υπέρ της ατομικής βίας υπάρχουν. Αναρχικοί όχι. Ούτε ένας. Δεν υπήρξε ούτε ένας αναρχικός στα έδρανα, πλην του αθώου Γιάννη Σερίφη.

υγ Ως πολίτις, ευχαριστώ τον κ. Καραϊβάζ για την πραγματικά μεγάλης σημασίας αποκάλυψή του και για το χρόνο που την έκανε. Για μένα, εξηγεί πολύ περισσότερα απ ότι έχουν εξηγήσει όλοι οι άνθρωποι των παραθύρων τις τελευταίες δύο ημέρες. Επίσης, θα παρακαλούσα τους δημοσιογράφους των καναλιών να διαβάζουν εφημερίδες. Όσο για τον κύριο Καρτσιώτη, παρακαλείται να συνεχίσει να «βιάζεται» κι ας τον μαλώνει ο κύριος (λέμε τώρα) Κακαουνάκης. Χάρη σε κάτι τέτοιες «βιασύνες» διασταυρώνεται πλήρως ότι όσοι μας λένε «αστυνομικές ειδήσεις» στην τηλεόραση είναι καθαρόαιμα παπαγαλάκια.
Τέλος, να αγιάσει το στόμα της κυριας Μαίρης Μπόση που τους είπε (του Χατζηνικολάου και των συν αυτώ) ότι αυτά τα όπλα, η συμπεριφορά και τα στοιχεία δείχνουν ξεκάθαρα νονούς του υποκόσμου. Τα ίδια είχε πει και με τη δολοφονία του ειδικού φρουρού – ότι, δηλαδή, δεν πρόκειται περί τρομοκρατικής ενέργειας. Αυτά. Κι έχε τα μάτια σου ανοιχτά, βράδυ πρωί, γιατί μπροστά σου πάντα απλώνεται ένα δίχτυ.


*των πτηνών
**Σύμφωνα με τον κ. Φιλιππάκη, στο Alter, είχε περάσει και πλέον «είχε ξεκόψει» από κάποια αναρχική ομάδα.
***Δεν ξεχνώ το ευρωμπάσκετ και την Παπαρίζου.

C vs CaCO3 ή η χημεία της μεγαλοκοπέλλας

μια παλιά σκέψη και μια απορία πάντα νέα

Για τη Λέμον

Όταν πρωτοδιάβασα τις χίλιες και μια νύχτες και ξεναγήθηκα στον κόσμο από τους παραμυθάδες της Ανατολής

αγαπημένη μου Βαγδάτη, γκρεμίστηκαν τα σουκ σου και κλείσανε για πάντα τα καφασωτά,

μου ’κανε εντύπωση πολύ πόσο η Ανατολή αγαπάει τα μαργαριτάρια.

Ήταν μια από τις πρώτες διαφορές Ανατολής Δύσης που εντόπισα στη ζωή μου, ήταν μια από τις πρώτες φορές που κατάλαβα πως η αγάπη μου γι αυτά τα τζοβαϊρια ήταν ταυτότητα και δήλωση. Πρώτη φορά. Στις χίλιες και μια νύχτες.

Πέρασαν χρόνια, το έλεγα, το ξανάλεγα, με κοιτούσαν περίεργα, με ανέχονταν.

Έλεγα, ξέρετε, η δύση κι η ανατολή διαφέρουν γιατί -κι είμαι σίγουρη πια ότι δεν είναι στο μυαλό μου μόνο- διαφέρουν γιατί η Ανατολή αγαπάει τα μαργαριτάρια, πρώτα και πάνω απ όλα τα τζοβαίρια, και η δύση αγαπάει τα διαμάντια, πρώτα και πάνω απ όλα τα τζοβαΐρια. Η ωραιότης κι ο έρωτας στην Ανατολή στολίζονται μαργαριτάρια, στη Δύση διαμάντια (κι άλλες πέτρες πολύτιμες, αλλά πρώτα διαμάντια).

Δεν πιστεύω ότι είναι τυχαίο -είναι ενδεικτικό του τρόπου που αντιμετωπίζει την ωραιότητα αλλά και τον έρωτα η κάθε παράδοση. Το τζοβαερικό είναι δώρο του έρωτα, προετοιμασία για τον έρωτα, παγίδα του έρωτα, απόδειξή του. Ο έρωτας στην ανατολή διαφέρει, λοιπόν, από τον έρωτα στη δύση. Η διαφορά τους είναι η διαφορά της τέλειας, φυσικής σφαίρας/δημιουργήματος από την ακατέργαστη πέτρα, στην οποία πρέπει ο άνθρωπος να επέμβει, την οποία πρέπει ο άνθρωπος να πετσοκόψει για να φέρει στην επιφάνεια την όποια λαμψη της.

Είναι η διαφορά του όστρακου (συμβόλου θεοτοκικού στα καθ ημας) από το χώμα (του ανθρώπου). Είναι η διαφορά του φωτός που αντανακλάται στη στιλπνότητα απ το φως που διασχίζει με απώλειες την πεπερασμένη διαφάνεια. Είναι η διαφορά του δύσκολα ευρεθέντος με το σπάνιο -τα μαργαριτάρια δεν ήταν "σπάνια" και γι αυτό πολύτιμα, ήταν δύσκολο να τα μαζέψεις αλλά ήξερες και που και πώς να το κάνεις, όπως ήξερες και πως κινδύνευες.

Είναι η διαφορά αυτού που καίγεται – το κάρβουνο διαμάντι – με αυτό που διαλύεται – το μαργαρίτη. Κι ύστερα .. Η σχέση μαργαριταριών-δακρύων, μαργαρίτη-θείας Ευχαριστίας από τη μια (μαργαριτάρι της χαρμολύπης δηλαδή) και αδάμαντος-σκληρότητας και αδάμαντος-κοσμικής λάμψης από την άλλη. Αλλά, τούτα είναι θεολογικά, οι τσιφτευτελείς οφείλουμε να τα αφήσουμε στους περί τα υψηλά τυρβάζοντες. Μόνο να μην ξεχάσουν πως κι η δύση το χει πάρει χαμπάρι κι αγωνίζεται. Απόδειξη πως στολίζει με pearly gates την Παράδεισο.

Οι ζωγραφιές: Γιαν Βερμέερ, το κορίτσι με το σκουλαρίκι. Πιέτ Μοντριάν, Διαμάντι.

16.1.06

Hello Afrika, tell me how you're doin' II

Για τον Καλλίμαχο

Λήματα: Υπερηφάνεια, γενναιότητα, οικογένεια

Έβρεχε πολύ. Έβρεχε τόσο που δυσκόλευε τον οδηγό. Αναζητούσαμε καταφύγιο και είδαμε με χαρά τις καλύβες, δεξιά, στο βάθος. Στρίψαμε για εκεί.

Δεν ήταν χωριό. Ήταν μια απλωμένη αυλή, γύρω χτισμένη, επίκεντρο η καλύβα του πάτερ-φαμίλια και γύρω αυτές των παιδιών του που είχαν κάνει δική τους οικογένεια. Όλοι ξυλογλύπτες. Από τον μεγάλο, που περίμενε εγγόνια σε λίγο ως τον πιο μικρό, και μόνο ανύπαντρο, που δεν ήταν πάνω από 17 χρονών.

Στη μέση της αυλής και προς το δρόμο, είχαν στήσει το μαγαζάκι τους, όπου πουλούσαν τα έργα των χειρών τους. Γύρω ήταν τα σκαμπώ κι οι πάγκοι που κάθονταν να δουλέψουν. Μας συγκίνησαν – η δεμένη οικογένεια, οι καλλιτέχνες και, πιο πολύ, ο έφηβος των 17 ετών που δούλευε το ξύλο με το ένα χέρι. Το άλλο το είχε χάσει μικρός. Εκείνη τη χρονιά, το 1998, η Γκάνα γιόρταζε τον πρώτο πανεθνικό εμβολιασμό για την πολιομυελίτιδα.

Μας προσέφεραν με χαρά καταφύγιο. Η βροχή είχε φανεί καλή μαζί τους κι έστελνε υποψήφιους πελάτες. Ήταν πολύ καλοί ξυλογλύπτες. Ο πατέρας είχε διδάξει σωστά, όπως τον είχε διδάξει κι αυτόν ο πατέρας του. Μετά τις πρώτες ευγένειες, ήμασταν έτοιμοι να παζαρέψουμε την πρώτη μάσκα που την ξεχώρισε ο αδελφός. Πόσο κάνει;

Η μάσκα ήταν, κατά τύχη, τέχνημα του μονόχειρα έφηβου. Δε ζήτησε χρήματα. Ζήτησε ντροπαλά να μάθει αν θα την αντάλλασσε ο αδελφός με τις κίτρινες γαλότσες που φορούσε. Τις κίτρινες πλαστικές γαλότσες που θα τον βοηθούσαν να κινείται πιο άνετα τις μέρες της βροχής κι ίσως τραβούσαν και τα κοριτσίστικα βλέμματα – τόσο σπάνιες! Όποια μάσκα θες, με αντάλλαγμα τις γαλότσες… Ο αδελφός, καλλιτέχνης ο ίδιος, συγκινήθηκε διπλά. Θέλησε να του χαρίσει κάτι ακόμη.

Πριν φύγουμε, είχαμε αγοράσει κάτι μπλουζάκια στο Μοναστηράκι. Τι-σερτς, φτηνά, για να τα χαρίσουμε – όπως και σφυρίχτρες, μπαλόνια και σβούρες για τα παιδιά. Η ιδέα ήταν ψαρεμένη στο διαδίκτυο, όπου μια αμερικανίδα επισκέπτρια σημείωνε πόσο χαίρονταν με αυτές τις «πολυτέλειες», αυτά τα πράγματα που δεν έφταναν εκεί ή, αν έφταναν, ήταν πολύ ακριβά. Έλεγε πόσο χαίρονταν με ένα μπαλόνι…

Τα τι-σερτς ήταν φτηνά, από αυτά που γράφουν με μπλε αρχαιοπρεπή γράμματα GREECE κι έχουν πάνω κάτι σε Ακρόπολη, κάτι σε Δελφούς, κάτι αρχαιοπρεπές τέλος πάντων... Τα είχαμε πάρει λιγότερο από 500 δραχμές το ένα – αρκετά μεροκάματα στη Γκάνα, μπιρ παρά για μας. Ο αδελφός άνοιξε το πορτμπαγκάζ, τα έβγαλε από το σακκίδιό του, τα άπλωσε σχεδόν θεατρικά, και είπε του παλληκαριού να διαλέξει όποιο ήθελε.

Ο Ερμής του Πραξιτέλη. Διάλεξε ένα που απεικόνιζε τον Ερμή. Ο μονόχειρας θεός που κρατά ένα παιδί στο χέρι. Λαβωμένοι με τον ίδιο τρόπο οι δυό τους, ο θεός των Ελλήνων κι ο γιός της μάνας Γκάνας. Μόνο που ο ένας, ο μαρμάρινος, έμοιαζε να κατάφερε να κάνει οικογένεια παρά το «κουσούρι» του.

Μακάρι ο Ερμής να του έφερε γούρι.

Αυτή η φωτογραφία βγήκε κλεφτά. Να μας συγχωρέσει.

15.1.06

Hello Afrika, tell me how you're doin'

Για τη Χουανίτα

Λήματα: Αξιοπρέπεια, Αλληλεγγύη, Κοινότητα.

Την πλησίασε ο αδελφός, να της μιλήσει, να της ζητήσει την άδεια να τη φωτογραφίσει. Ήταν τόσο γλυκειά, κρατούσε ολόισο το κορμάκι, γελούσε και φώτιζε ο κόσμος. Την ώρα που ο αδελφός την πλησίασε εμείς, λίγο πιο μακρυά, στο αυτοκίνητο, χαζολογούσαμε.

Για λίγο, ώσπου να αισθανθούμε ότι όλοι οι ενήλικες έμποροι που είχαν στήσει από νωρίς καρτέρι για πελάτες κοντά στο βενζινάδικο είχαν στραφεί και παρατηρούσαν. Χωρίς επιθετικότητα, χωρίς εχθρότητα, αλλά έτοιμοι. Έτοιμοι να προστατέψουν το κορίτσι αν ο ομπρούνι, ο λευκός, πήγαινε να το βλάψει.

Μόλις βγήκε η φωτογραφία κι ο αδελφός χάιδεψε το μαγουλάκι κι ευχαρίστησε, ξανάγινε χαρά το στέρεο βλέμμα της προστασίας που η κοινωνία αυθόρμητα προσέφερε στο αύριό της. Καιρό αργότερα, κοιτώντας μια φορά ακόμη τη φωτογραφία, συνειδητοποίησα πως η μικρούλα μας δεν κοιτούσε το φακό...

Τη λένε Venus. Της μάνας Γκάνας.

14.1.06

Την αγάπη μου και μίαν καλύβην

για το Σραόσα και τα λιβερικά του
για το τραγί που χρειάζεται μια θάλασσα για τις πετρούλες
για τον Τσέλιγκα να μη στενοχωριέται για λαμαρίνες


Από τις Διαστάσεις η μεταφορά του ερωτήματος που έθεσε η Ομπζέρβερ σε μερικούς από τους γνωστότερους ταξιδιωτικούς συντάκτες: «Έχετε ταξιδέψει σε όλο τον κόσμο. Αν σας έλεγαν να διαλέξετε έναν και μόνο τόπο όπου θα θέλατε να επιστρέψετε, ποιος θα ήταν;».

Δεν έχω, φυσικά, ταξιδέψει σε όλο τον κόσμο, μα έχω ταξιδέψει όσο μπόρεσα. Με λεωφορεία, με τραίνα, με αυτοκίνητα, με τουκ τουκ, με αεροπλάνα, με ελικόπτερα, με τα πόδια, με γαϊδουράκι, με καμήλα. Όμως, απ όλα τα ταξίδια, απ όλα, απ όλη την ομορφιά, είναι μόνο μια φωτογραφία που την πηγαινοφέρνω από γραφείο σε γραφείο. Όταν φεύγω μαζεύω τη φωτογραφία του αυτοκράτορα και μετά ξεκολλάω την φωτογραφία αυτή απ τον τοίχο. Είναι ο τόπος που θα ζήσω τα τελευταία χρόνια της ζωής μου, αν το αξιωθώ.

Είναι μια παραλία μικρή, κοντά στην κωμόπολη Ταμπού της Ακτής Ελεφαντοστού. Τρία τέσσερα χιλιόμετρα από τον κοντινότερο οικισμό. Κοντά στα σύνορα της (πουτ δη) Κοτ Ντ’ Ιβουάρ με τη Λιβερία. Είχα κατέβει εκεί το θέρος του 1996. Ήταν άσχημη εποχή, όλη η περιοχή των συνόρων, λίγο πιο πάνω απ το Ταμπού κι ως το βορειότερο σημείο, ήταν στρατόπεδα προσφύγων.

Θυμάμαι καθαρά τις πολλές ζωγραφιές του Μπομπ Μάρλεϋ στις λαμαρίνες ή τις ασβεστωμένες λάσπες των φτωχόσπιτων. Rastaman Vibrations, yeah… θυμάμαι δίμετρες, τρίμετρες μυρμυγκοφωλιές από κόκκινο χώμα. Θυμάμαι το κοτόπουλο κατζενού με τα τέσσερα διαφορετικά είδη καυτερής πιπεριάς. Θυμάμαι πως το Ταμπού ήταν μια νυσταγμένη κωμόπολη πριν γίνει προσφυγομάνα. Θυμάμαι που πρόσφυγες και ντόπιοι ανήκουν στην ίδια φυλή, τους Κρου. Θυμάμαι πως χτίζαν τις λασποκαλύβες μες σε λίγες ώρες. Το πατημένο χώμα, τα ξύλα, τη λάσπη, τα μπανανόφυλλα στη σκεπή.

Θυμάμαι το Γιώργο του Ταμπού, της Ταϋλάνδης, του Μπουρούντι. Θυμάμαι τη Φλωράνς να ανησυχεί αν παίρνω την αγωγή για την ελονοσία, θυμάμαι τα «παιδιά» της Σελίν φωτογραφίες κολλημένες στο προσκεφάλι της, τα δικά της κονίσματα, θυμάμαι το ροζάριο της που μετρούσε παρακλήσεις για τις ζωούλες και το χεράκι της φιλώ. Θυμάμαι την Εμμανουέλλα. Θυμάμαι το μουσακά με σολανόν το αφρικανικόν και κρέας πιθήκου που μ’ έβαλαν να μαγειρέψω – δεν είχε άλλο κρέας στην αγορά. Ήταν ευτυχισμένος ο Γιώργος. Είχε δυό χρόνια να έρθει στην πατρίδα «να φάει ελληνικό φαΐ της προκοπής».
Θυμάμαι τον Κερέκε που στα 10 του χρόνια έβγαινε με την πιρόγα στον ωκεανό να βγάλει το φαϊ της οικογένειας. Θυμάμαι την παρασίτωση που με ταλαιπώρησε κοντά δυό μήνες. Θυμάμαι το στρατόπεδο της έμπολα. Θυμάμαι τον πάδρε Εστέμπαν τον αρχεντίνο της θεολογίας της απελευθέρωσης που αναλάμβανε τα παιδιά δολοφόνους – οκτώ ετών, εννιά ετών – και αγωνιζόταν να τα κάνει παιδιά ξανά. Είχε έρθει για το μουσακά, καλεσμένος του Γιώργη μας. Πήγα να τον δω στο σχολειό του, με προσκάλεσε για την επομένη. Θυμάμαι πως χαίρεται τη μέρα που θα βρέξουν τα σεντόνια τους, παιδιά δέκα, δώδεκα χρονώ θα βρέξουν τα σεντόνια τους, γιατί «ξαναγυρίζουν στην παιδική ηλικία», γιατί δεν είναι πια δολοφόνοι.

Θυμάμαι τον Αδόλφο Μονέ. Ήταν 13 μηνών. Ούτε η σκόνη του δε θα χει μείνει πια. Θυμάμαι τον Αδόλφο Μονέ, τον ασθενή του AIDS, τον προφήτη μου και φύλακα άγγελό μου, ων έδωκεν εμοί ίνα άνθρωπος μείνω. Λέω συχνά την ιστορία του, την ιστορία μας, που μου έδειξε πόσο λίγη είμαι, πόσο μεγάλη ιδέα είχα για τον εαυτό μου. Τώρα σας ντρέπομαι, είστε καινούριοι φίλοι, μα ναι, λέω συχνά για τον Αδόλφο. Για να με μνημονεύει, για να πολεμάω τη σκληροκαρδία.

Θυμάμαι πως, όταν έφτασα κοντά στα όριά μου, πήγαμε για μπάνιο. Πρόταση του Γιώργου --με κατάλαβε. Πήγαμε στην παραλία Τοχολού, που μου σύστησε με την αξέχαστη φράση «τύφλα να χει το Μπακάρντι». Εδώ, αυτή.
Στο βάθος φαίνεται το αμάσητο λαντ κρουζερ. Εκεί, λίγο πιο πίσω απ την καλύβη μου. «Μου», ναι, «μου». Την έκλεισα - μου την υποσχέθηκε ο κατασκευαστής αυτοπροσώπως. Ο μόνος εργολάβος που συμπάθησα στη ζωή μου. Δηλαδή, υποσχέθηκε να μου χτίσει μία ολόιδια δίπλα για να κάνουμε παρέα, αλλά εμένα η καλύβη μου είναι αυτή που βλέπετε. Είναι αυτή στα όνειρά μου, απ έξω κάθομαι κι αγναντεύω τα κύματα του Ατλαντικού, κι ακούω την βουή τους και καμμιά φορά, σταματάω να μουρμουρίζω ουάν λαβ κι αρχίζω να μουρμουρίζω "τελειώνει ο ελληνικός καφές, να πάω αύριο στο χωριό να τσεκάρω τα μέηλ και να παραγγείλω απ τα διαδίκτυα". Είναι αυτή που ζω μαζί με ένα σοκολατένιο τόσο δα αγοράκι, το λένε Αδόλφο και το αγαπάω και του μαθαίνω γράμματα και με μαθαίνει το κόλπο να σκαρφαλώνω για καρύδες με τη μάχαιρα στο στόμα.

Ίσως ο εργολάβος δεχθεί να μου δώσει την παλιά και να προτιμήσει την καινούρια…

Του μπη κοντινιουντ (ουενέβερ) ουηθ παρτΤου, δη γκανάιαν αντβέντσα’

Η δεύτερη φωτογραφία μπορεί να είναι από το Ταμπού μπορεί όμως να είναι κι από τη Γκάνα. Δε θυμάμαι σίγουρα.

11.1.06

Όταν διδάχθηκα το Ζεν στα Ουαλλικά


Cause something is breaking your heart
Something is breaking your heart
I hope something is

Έκανα λάθος πηγαίνοντας να ονοματίσω το αρχείο του. Κι έγραψα Ψαλε.doc. Του πάει του Ιωάννου του Ουαλλού.
john cale 1  (2)

Ο τίτλος της αυτοβιογραφίας του εξαιρετικής και βιβλιοδετικά και γραφιστικά ήταν αυτός: What´s Welsh for Zen? Κυκλοφόρησε από τον εκδοτικό οίκο Bloomsbury το 1999. Το δικό μου αντίτυπο έχει στο εξώφυλλο μια μονοκοντυλιά από μελάνι, μια «μουτζούρα» απ το (δίχρονο τότε) χεράκι του αυτοκράτορα.

Το βιβλίο είναι αφιερωμένο στο Στέρλινγκ Μόρισσον.

Ξεκινάει:

«Γεννήθηκα στις 9 Μαρτίου του 1942 στο Γκάρναρντ, μεταξύ Σουόνσυ και Καρμάρθεν της Νοτίου Ουαλλίας. Κάπου 3.000 μίλια μακρυά, στο Μπρούκλυν της Νέας Υόρκης, ο Λούις Ρηντ είχε γεννηθεί μια βδομάδα νωρίτερα, στις 2 του μήνα.»

Ξεκινάει μαζί του.

Στις παιδικές του φωτογραφίες, είναι ένα παιδάκι καστανό, συνηθισμένη φατσούλα, λίγο μακρύ πρόσωπο, πεταχτά αυτιά, ξυρισμένο κεφάλι με ακατάστατα κομμένη φράτζα.

«Στη δεκαετία του 40 έγινα ένα γερό, κάποιοι λένε αλογομούρικο, αγόρι, που κρατούσε τα πάντα στον εαυτό του. Ανέπτυξα έναν τύπο αυτοπροστασίας, διηγούμενος αστείες ιστορίες στις οποίες πρωταγωνιστούσα και τις οποίες έβγαζα απ το κεφάλι μου».

Ο πιο ισχυρός άνθρωπος στη ζωή του ήταν η μαμά, λέει. Αυστηρή μαμά. Σήμερα της πλέκει το εγκώμιο. Τότε, την εκδικήθηκε με το να πατώσει στα μαθήματα. Όχι όμως στη μουσική.

«Όταν ήμουν 13, μπήκα στην Ουαλλική Ορχήστρα Νέων ως βιολιστής. […] Μία εβδομάδα μετά το τέλος των μαθημάτων έφευγα τουρνέ με την Ορχήστρα. Περίμενα πως και πώς να φύγω από το σπίτι. Μας πήγαιναν σε διάφορα κολλέγια της Ουαλλίας, προβάραμε το πρόγραμμα και δίναμε παραστάσεις στην περιοχή. Μια φορά πήγαμε και στην Ολλανδία!»

Ο μπαμπάς ήταν ανθρακωρύχος. Είχε δικαίωμα να προμηθεύεται πολύ φτηνότερα το κάρβουνο. Οι άλλοι άντρες στη ζωή του ήταν οι τέσσερις θείοι του από τη μητέρα του.

«Καθένας από τους θείους μου έφερε κάτι σημαντικό στη ζωή μου».

Ο ένας ήταν ο Οικονομίδης της Ουαλλίας – από το ραδιοφωνικό του σώου, το Welsh Rarebit ξεκίνησε η Σίρλυ Μπάσυ. Ο θείος αυτός κι η γυναίκα του, η θεία Μαίη, έφεραν τον ποπ ήχο στη ζωή του αγοριού που ως τότε μεγάλωνε με κλασσική και εκκλησιαστική μουσική.

Ο άλλος θείος ήταν υπεύθυνος του ταχυδρομείου και φρόντιζε να φτάνουν ασφαλώς στα χέρια του Τζων οι mail orders που του άνοιγαν τους ορίζοντες.

Ο τρίτος θείος ήταν ο πιο αγαπημένος κι ήταν ανθρακωρύχος σαν το μπαμπά. Έπαιζε βιολί και μάγεψε τον μικρούλη μας.

Ο τέταρτος θείος ήταν εφημέριος, είχε σπουδάσει φιλοσοφία και συζητούσε ώρες με το Γιαννάκη. Του έμαθε επίσης πώς να χρησιμοποιεί την δανειστική βιβλιοθήκη.

Ο κύριος Κέηλ θυμάται πως, χάρη σε αυτό το θείο, έμαθε πως όλος ο «περισσευούμενος» χρόνος ήταν χρόνος για διάβασμα. Έτσι, διάβασε το Das Kapital τις ώρες των διαδρομών με το σχολικό λεωφορείο.


Όταν ήταν 14, έκανε σεξ με την κόρη του παπά της περιοχής, την ώρα που η μαμά του έλυνε το σταυρόλεξο της κυριακάτικης εφημερίδας.

Τελειώνει με τα χρόνια της αθωότητας. Θέλει τον κόσμο και τον θέλει τώρα.

«Αποφάσισα να πάω κολλέγιο στο Λονδίνο, μόλις ένα βήμα από τη Νέα Υόρκη».

Το όνειρό του είναι η ΝΥ. Το όνειρό του, κι ας μη το ξέρει, είναι να συναντήσει το Λούις Ρηντ.
Η μαμά ήθελε να τον δει δικηγόρο ή γιατρό. Άρχισε να παρακολουθεί σχετικά μαθήματα αλλά ήξερε πως ήταν για λίγο και για χάρη της.

Μιλά με αγάπη και σεβασμό για τους δασκάλους του. Κυρίως τον επαναστάτη Cornelius Cardew. Τον ελεύθερο χρόνο του, αναζητούσε νεοντανταϊστές. Τους συνάντησε μέσω του George Maciunas. Πολύ ωραίος τύπος. Όταν η Γιόκο Όνο επέμεινε να του γνωρίσει τον νέο σύζυγό της και ζήτησε να τον επισκεφθεί στο διαμέρισμά του, ο Τζώρτζ δέχθηκε υπό τον όρο ότι ο μανιώδης καπνιστής Λέννον θα πλήρωνε 100 δολάρια πρόστιμο για κάθε τσιγάρο που θα έκανε μέσα στο σπίτι.

Στο δεύτερο έτος, ο Τζων Κέηλ άρχισε να αλληλογραφεί με τον Aaron Copland. Εκτιμηθήκανε δι αλληλογραφίας. Η γνωριμία έγινε προσωπική όταν ο Κόπλαντ τον εξέτασε για την υποτροφία Μπερνστάιν του Τάνγκλγουντ. Την πήρε. Κι έφυγε για τις ΗΠΑ. Ο καθηγητής που τον ανέλαβε λεγόταν Γιάννης Ξενάκης – τον ονομάζει franco-greek.

«Yannis Xenakis was the most important single person to me at Tanglewood.»

Δυό σελίδες για το δάσκαλο.

«Ένα άλλο από τα ινδάλματά μου ήταν ο Μαρσέλ Ντυσάν, γιατί παράτησε την τέχνη για να παίζει σκάκι. Κάποιος που ήξερε που να σταματήσει».

Όμως δεν ήταν ο Μάρκελος που μαγεύτηκε από το ελληνικό φως αυτός που περίμενε. Ούτε ο Λα Μόντε Γιανγκ που του προσέφερε μουσική στέγη.

«Όταν συνάντησα πρώτη φορά το Λου Ρηντ, στις αρχές του 1965, ήταν ένας 22χρονος τραγουδοποιός της Pickwick Records του Λονγκ Άιλαντ κι εγώ ήμουν ένας 22χρονος αβαν γκαρντ κλασσικός μουσικός στο Θέατρο Αιώνιας Μουσικής του Λα Μόντε Γιανγκ. Μας σύστησε ο παραγωγός της Πίκουικ, Τέρρυ Φίλιπς, που νόμιζε ότι ήμουν ποπ μουσικός επειδή είχα μακρυά μαλλιά. Μου ζήτησε […] να βοηθήσω να γίνει μια μπάντα με τον Λου, που θα ονομάζονταν οι Πρωτόγονοι.»

As they say, the rest is history… Αλλά αν δεν ξέρεις, ιδού!

Ο Τζων Κέηλ παίζει στο Μύλο της Θεσσαλονίκης στις 20 Ιανουαρίου και στο Γκαγκάριν στις 21. Αν μπορούσα θα έβαζα καρδούλες με βελάκια όπου το όνομα του Λου. Σα μαθητούδι. Άμα μπορούσα θα έβαζα μπαλόνια πολύχρωμα γεμάτα ήλιον όπου το όνομα του Τζων Κέηλ. Σα καρατρανς.

8.1.06

Τσιφτευτελοκριτική (όχι ακριβώς) βιβλίου

Το είδα στο Μαρουσάκι, στην βιτρίνα ενός βιβλιοπωλείου που συμπαθώ πολύ, κι όρμησα. Συγκλονισμένη μετά από λίγο κρατούσα στα χέρια μου το βιβλίο «Πλωτίνος Ροδοκανάκης», του Τέου Ρόμβου, της σειράς «Βίοι αγίων- υπόγειες διαδρομές» των εκδόσεων «Ηλέκτρα».

Συγκλονισμένη το κρατούσα, ήμουν, συγκλονισμένη διότι ένα από τα μεγάλα σχέδια της ζωής μου, αυτά τα όνειρα που αγαπάς να τα φτάνει κάποιος άλλος στο τέλος τους, ήταν ο Πλωτίνος. Ήθελα πάντα να ερευνήσω, να ασχοληθώ, να περπατήσω όπου περπάτησε και να μελετήσω τη μνήμη που άφησε πίσω του, τη σπορά του επαναστάτη, τη μόνη που ποτέ δε χάνεται, αυτή που βλασταίνει τον πολιτισμό.

Για όσους δεν τον ξέρουν, μόνο αυτό: ο Πλωτίνος είναι Έλλην κοινωνιστής (αναρχικός), ο οποίος μετά τη συνάντησή του (φέης του φέης) με τον Προυντόν και αφού τελειώνει την Ιατρική, εγκαταλείπει την γηραιά ήπειρο (να εγκατέλειπα κι εγώ τα κλισέ…) και πηγαίνει στο Μέχικο, ευαγγελιζόμενος την αλήθεια. Θεωρείται ο «παππούς» του Ζαπάτα, καθώς τον Αιμιλιανό τον είχαν πνευματικοπαίδι κάτι πνευματικοπαίδια του Ροδοκανάκη. Αλλά αυτά άλλη φορά. Πάμε στο βιβλίο (που δεν αναφέρεται στην σχέση με το Ζαπάτα καθόλου…).

Με το νέο μου απόκτημα ανά χείρας, χώθηκα ευτυχής στο αυτοκίνητο, και αντί να φύγω να παρκάρει κανας άλλος, κάθισα και το περιεργαζόμουν με απίστευτη χαρά. Παράτησα δουλειές και «επείγοντα ψώνια» (μόνο τον εαυτό μου θα πρέπει να χαρακτηρίζω έτσι, ξέρω) και πήγα κατευθείαν για καφέ σε ζεύγος αγαπημένους φίλους, με τους οποίους συζητούσαμε χρόνια πόσο σημαντικό ήταν να αναζητήσουμε περισσότερα, να βρούμε περισσότερα για τον Πλωτίνο (ετσι, με το μικρό του -- ο πλατωνοπλωτίνος δεν μας απασχόλησε ποτέ). Πολλά χρόνια αυτή η κουβέντα – απ όταν μάθαμε για τον Ροδοκανάκη από ένα εφηβικό βιβλίο για το Ζαπάτα που χαν βγάλει οι εκδόσεις «Ελεύθερος Τύπος».

Φιληθήκαμε, δήλωσαν ξαφνιασμένοι από την επίσκεψη. Χαμογέλασα κι η καρδιά μου φούσκωνε γιατί ήξερα τι θα γινόταν. Στήθηκα στη μέση του σαλονιού, ακούμπησα το σακκίδιο στον καναπέ, έβγαλα το βιβλίο και είπα: «Κοιτάξτε!».

Έλαμψαν κι οι δύο.

Έλαμψαν την ώρα που η εγώ της δεύτερης σκέψης συνειδητοποιούσα, κοιτώντας τους, πως το εξώφυλλο είναι όχι μόνο φτηνό αλλά και απολύτως λάθος. «Βίοι Αγίων» σε νεοκλασσική προμετωπίδα. «Υπόγειες διαδρομές» ουατέβερ δατ μηηνζ. Κάτω δεξιά ο … Χοσέ Μαρτί με τα μάτια σκεπασμένα από κάποιες σκιές ενόπλων έφιππων με καπέλα γενικώς.

Ο τίτλος φέρει κάτι ανόητα εισαγωγικά, παρατηρούν:

ΤΕΟΣ ΡΟΜΒΟΣ, Πλωτίνος ΡΟΔΟΚΑΝΑΚΗΣ «Ένας Έλληνας αναρχικός» …

Ο τίτλος είναι από ανέμπνευστος ως ξεπέτα.

Τέλος πάντων, δεν είπα τίποτε – είμασταν όλοι ενθουσιασμένοι ακόμη κι η εγώ της δεύτερης σκέψης. Καθήσαμε στην κουζίνα, κάναμε τσάι κι αρχίσαμε. Από τον πρόλογο. Τον οποίο υπογράφει ο Περικλής Κοροβέσης.

Για τους νεώτερους και τους εχθρούς των λινκ, με λίγα λόγια: ένα βιβλίο του (εύσημον) αντιστασιακού κυρίου Κοροβέση, οι ‘Ανθρωποφύλακες‘, μεγάλο μεταδικτατορικό σουξέ και μαρτυρία επί των φυλακών της χούντας, του χάρισε την φήμη, στηρίζοντας τη συγγραφική του και αρθρογραφική του καριέρα. Αν τους βρείτε πουθενά (τους Ανθρωποφύλακες) διαβάστε τους οπωσδήποτε.

Είμασταν ευτυχείς και χαρούμενοι ως που διαβάσαμε τον πρόλογο. Ο οποίος πρόλογος μυρίζει εξυπηρέτηση. Είναι ντροπή. Προχειρογραμμένος. Προσβλητικός. Ανεβάζει το αίμα στο κεφάλι. Μια γεύση:

i) Γράφει:

«Το ανά χείρας βιβλίο ανήκει σ εκείνα που δημιουργούν αμηχανία στον εκδότη αλλά και μεγάλη ευχαρίστηση στον αναγνώστη».
Και λίγες γραμμές πιο κάτω:
«Δεν έφτασαν τα χειρόγραφα στον εκδοτικό οίκο έτοιμα, έφτασε μόνο μια ιδέα, και ο εκδοτικός οίκος παρήγγειλε τη συγγραφή αυτού του έργου».

Τώρα, πως γίνεται το βιβλίο να είναι παραγγελία του εκδότη, ο οποίος και το εξέδωσε τελικώς (όπως το εξέδωσε) και από πάνω να του προκαλεί κι αμηχανία, θα σας γελάσω η κόρη.

ii) Γράφει:

«Άγαλμά του (Ροδοκανάκη) βρίσκεται σε κεντρική πλατεία του Μεξικού».
Και λίγες γραμμές πιο κάτω
«Για τον ίδιο και τη ζωή του υπάρχουν ελάχιστα στοιχεία – ούτε καν μια φωτογραφία του».

Κι ο γλύπτης του αγάλματος πως δούλεψε; Έβαλε μπροστά την φαντασία του κι ότι βγει; Κι όλοι χάρηκαν απ αυτό;

iii) Γράφει:

«Θα έπρεπε να φτάσει ο 21ος αιώνας για να τον γνωρίσουν (το Ροδοκανάκη) οι συμπατριώτες του εδώ στην Ελλάδα, χάρη στη δημιουργική τρέλλα του Ρόμβου, που δέκα ολόκληρα χρόνια γύριζε τον κόσμο ερευνώντας αρχεία, βιβλιοθήκες, ακόμη και νεκροταφεία»

Άρα:
εφόσον ο Περικλής Κοροβέσης (Π.Κ.) δεν γνωρίζει κάποιον αναρχικό επαναστάτη δεν τον γνωρίζουν οι Έλληνες (που τους ενδιαφέρει να γνωρίζουν την ιστορία του κινήματος)
και
τώρα που κυκλοφόρησε αυτό το βιβλίο, ο Ροδοκανάκης θα μπει σε όλα τα σπίτια για άγνωστους λόγους ή λόγω του υπότιτλου «ένας Έλληνας αναρχικός» (εμένα να δεις πως θα μ άρεσε, αλλά…)

Για τα δέκα χρόνια έρευνας: δεν διευκρινίζεται (και πονηρεύουμαι) ότι όση έρευνα έγινε (το δέκα θα το δούμε μετά) έγινε μόνο στην Ελλάδα, ότι η έρευνα δηλαδή έγινε μόνο στη χώρα μας κι ο κύριος Ρόμβος δεν πήγε στο Μεξικό να ερευνήσει το θέμα.

Ο ίδιος ο Τέος Ρόμβος εμμέσως «καρφώνει» τις Κοροβέσειες ανακρίβειες αναφέροντας στον επίλογο: «μετά από τόσους μήνες συνύπαρξης, μπορούσα να αφουγκράζομαι τον άνθρωπο (Πλωτίνο) και την προσωπικότητά του». Τα δέκα χρόνια κανείς δεν τα μετράει σε μήνες (ας μη μιλήσω για το «μηνολόγιο» συγγραφής).

Επίσης, ο ίδιος ο Τέος Ρόμβος αναφέρεται λογοτεχνικά σε κάποιο ταξίδι του στο Μεξικό, το οποίο όμως δεν συσχετίζει πουθενά με το Ροδοκανάκη – πρόκειται για τουριστική επίσκεψη, εάν έγινε (πάλι στον επίλογο αυτά).

Τα λοιπά μεταφυσικά, περί της μυστικιστικής σχέσης Ρόμβου- Ροδοκανάκη που προσβάλουν και το Ρόμβο και τη μνήμη Ροδοκανάκη, ας τα αγνοήσουμε κι ας παμ’ παρακάτ’.

iv) Γράφει ότι

ο Ρόμβος «είναι και ο ίδιος ένας «κοσμοπολίτης της καρδιάς», με «πατρίδα του ολόκληρο τον κόσμο» που "επιδιώκει την ευτυχία του ανθρωπίνου γένους".

Ο Ροδοκανάκης έχει γράψει αυτές τις φράσεις που είναι μες στα εισαγωγικά, αλλά τις έχει γράψει στον πληθυντικό, τον επαναστατικώς σημαίνοντα πληθυντικό. Ο Τέος Ρόμβος που επιδιώκει την ευτυχία του ανθρωπίνου γένους ολομόναχος είναι πολύ επικίνδυνος πολιτικά, αν μου επιτρέπεται να εκφράσω την φτωχή μου άποψη - η αριστερή πρακτική ξεκινά από τη σκέψη, ας υπενθυμίσω.

v) Γράφει:

«Τι απομένει σήμερα μετά τον παροπλισμό του Σοβιετικού Κομμουνισμού, που ήταν όντως μια ατμομηχανή του παγκοσμίου κινήματος; - κακή μηχανή βέβαια, και γι αυτό χάλασε κι αχρηστεύτηκε».

Κραυγή απόγνωσης του προλογίζοντος! [Τι απομένει; Απομένουν αυτοί που θεωρούν ότι το (κρατιστικό, φρικτό, δικτατορικό, δολο-φονικό) σύστημα της (σταλινικής) κάποτε ΕΣΣΔ, οι σφαγές των εκατομμυρίων αναρχικών, τσιγγάνων, εβραίων κλπ, αθωώνονται λόγω της πολιτικής των ΗΠΑ, όπως φαίνεται. Απομένουν, δηλαδή, οι πολιτικώς ολιγόνοοι ή διεφθαρμένοι. Που δεν κατανοούν καν πως ο Ροδοκανάκης κι οι άνθρωποι σαν αυτόν ποτέ δεν αναζήτησαν άνω -- σε κρατιστικές κορυφές-- την επαναστατική "μηχανή" αλλά στη βάση).

vi) Γράφει

την εξής καταληκτική φράση:
«Όλα ξεκινούν ταπεινά, σχεδόν ανεπαίσθητα».

Η ποίησις στο τέλος, η οποία και μας μάρανε --που ναι η Κωνσταντίνα να πει το υπέροχο «μη χέσω» της τώρα που τη χρειάζομαι;
(Kαταθέτω άλλη μία αισθητική ενόχληση και ένσταση, για όποιον αναρωτιέται.)

Αυτά όλα, ο Περικλής Κοροβέσης τα κάνει σε τρεις σελίδες μικρού μεγέθους (παρ ολίγον τσέπης). Και έχει κι άλλα είπαμε, έτσι; (έχει προβλήματα και το κυρίως κείμενο, αλλά πιστεύω ότι ο Τέος Ρόμβος όσο άντεξε έκανε κι αναγνωρίζω την καλήν πρόθεση εδώ – ακόμη και στις αναφορές στον παντελώς άσχετο Ρεμπώ. Άρα, βιβλιοκριτική δεν κάνω, νταξ, και το θέλω το βιβλίο στη βιβλιοθήκη μου αλλά δεν αρκεί).

Το μεγαλύτερο πρόβλημα των ελληνικών εφημερίδων είναι πως γράφονται από ανθρώπους λιγότερο μορφωμένους από το κοινό τους. Είναι κρίμα να καταντάμε να μαστίζονται κι οι ιστορικές έρευνες ή οι μελέτες ή οι πρόλογοι σε ιστορικές έρευνες ή μελέτες από την ημιμάθεια των εφημερίδων ή μιαν ανήκεστο βιασύνη που εν τέλει δεν βλάπτει μόνο την αξιοπιστία του γράφοντος αλλά και των παιδιών που με χαρά θα αγοράσουν αυτό το βιβλίο και δεν βρίσκονται ακόμη σε θέση να κρίνουν καθαρά. Το λέω ταπεινά - ήμουν κι εγώ απ αυτά τα παιδιά, είμαι ακόμη μερικές φορές.

Μια απάντηση (και) σε αυτό, βεβαίως, είναι τα ευλογ, ευτυχώς. Κοινώς:

Εξαιτίας αυτών όλων, το καλοκαίρι ελπίζω να είμαι στο Μεξικό, Θεού θέλοντος, χρημάτων και δουλειάς επιτρεπούσης. Ήδη, τέσσερις ιστορικοί του αναρχικού κινήματος, με κατευθύνουν στο σχεδιασμό της έρευνας (κύριε Ρόμβο, το ίντερνετ το ξέρετε; Την αλληλεγγύη των αναρχικών την έχετε ακουστά ή νομίζετε ότι η λέξη αναφέρεται μόνο στα φλεγόμενα μειράκια της εύκολης οργής; Γιατί αφήσατε τα δικά σας όσια τοις κυσί, αγαπητέ; Στενοχωρούμαι ειλικρινώς.).

Ήδη, μου υπέδειξαν βιβλία όπου καταγράφονται όχι μόνο η πορεία του Πλωτίνου αλλά και όσα ο Ροδοκανάκης προσέφερε. Μεξικάνικα και αμερικάνικα και αγγλικά βιβλία. Γράφουν και για τον τρόπο που όσα άφησε επέδρασαν στον Αιμιλιανό Ζαπάτα και τη μεγάλη Επανάσταση. Δημιουργική οργή. Πως λέτε να ονομάσουμε το ευλογ στο οποίο θα σας μεταφέρω την πορεία της έρευνας;

Η φωτογραφία των τοματών από εδώ

Ο άγιος Ζαπάτα είναι από εδώ

5.1.06

«Ο πόλεμος τελείωσε και πρέπει να φύγω»

ή τα αγόρια που συνάντησε η Μαχίκα συναντούν το ένα το άλλο και εγένετο φως


Ο νεαρός Έγκον Σίλε σπουδάζει κι ασφυκτιά στην Καλών Τεχνών. Μόνη ανάσα του ο άρχων Γουσταύος Κλιμτ, του οποίου το έργο μελετά

«Ένα πράγμα να αντιγράφει και να αυτοσχεδιάζει πάνω στα θέματα του Κλιμτ – αλλά άλλο πράγμα να συναντήσει τον Κλιμτ πρόσωπο με πρόσωπο. Ωστόσο, ο Κλιμτ ήταν γνωστός για τη γενναιοδωρία του προς τους νέους καλλιτέχνες κι αυτό, συνδυασμένο με την καθημερινή ενόχληση του Σίλε από τον ακαδημαϊσμό της Σχολής, έκανε τον Εγκον να τολμήσει. Υπήρχαν δυό μέρη στα οποία μπορούσες να συναντήσεις τον διάσημο καλλιτέχνη. Το ένα ήταν το παλιό καφενείο Τίβολι όπου πολύ νωρίς καθημερινά απολάμβανε το πρωινό του, αποτελούμενο σχεδόν αποκλειστικά από κρέμα σαντιγύ, και το άλλο ήταν το ατελιέ του στην Τζόζεφσταντ – ένα ευρύχωρο στούντιο με έπιπλα σχεδιασμένα από τον Ιωσήφ Χόφμαν, με έναν μεγάλο απεριποίητο κήπο του οποίου η αγριότητα καλλιεργούνταν προσεκτικά από τον Κλιμτ που αγαπούσε να τριγυρνά εντός του φορώντας σανδάλια και μια εξωτική μπλε δαντελένια ρόμπα πάντα όταν δούλευε. Ο Σίλε αποφάσισε να παρουσιαστεί και να του συστηθεί στο ατελιέ. Και έπεσε πάνω στην μυθολογική αυτή εικόνα του Κλιμτ, όταν εισέβαλε ξαφνικά στον αγριόκηπο. Οπισθοχωρώντας μπρος στην παρουσία του Κλιμτ, που ήταν κι 28 χρόνια μεγαλύτερός του, ο Σίλε έχασε τη λαλιά του και σιωπηλά άφησε στα χέρια του δασκάλου το χαρτοφύλακά του, γεμάτον σχέδια. Λίγο μετά ρώτησε απλά: «Έχω ταλέντο;». Καθώς ο μαΐστορας με ευγένεια στεκόταν σε κάθε φύλλο της δουλειάς του δεκαεπτάχρονου αγοριού, το ενδιαφέρον του μετατρεπόταν σε έκπληξη. Μετά από μακρά σιωπή απάντησε με πολύν αυστηρότητα: «Ταλέντο; Μα, ναι! Έχεις πολύ περισσότερο απ ότι χρειάζεται!»

Η συνάντηση των αυστριακών γιγάντων, όπως καταγράφεται στο βιβλίο της Alessandra Comini «Egon Schiele´s Portraits», εκδ. University of California Press, 1990.

Η Φρειδερίκα Μπεερ είχε πορτραίτα της ζωγραφισμένα κι απ τους δύο. Πρώτα απόκτησε του Σίλε. Ύστερα, πήγε να ζητήσει κι από τον Κλιμτ.
«Όταν πήγα στο κήπο του Κλιμτ ήμουν προετοιμασμένη για όλα γιατί ήξερα πόσο εκκεντρικός ήταν μ αυτή του τη γενειάδα να τριγυρνά με ένα μοναστικού τύπου ρούχο και σανδάλια. Αλλά, όταν με δέχθηκε δεν ήμουν προετοιμασμένη για αυτό που συνέβη! Φορούσε ένα τεράστιο μονοκλ στο ένα μάτι και με κοιτούσε ήρεμα πάνω, κάτω, πάνω, κάτω, χωρίς να βγάζει λέξη!



Ένοιωσα ανησυχία. Τελικά, μου είπε: «Γιατί ήρθατε σε μένα; Μόλις σας έφτιαξε το πορτραίτο ένας άριστος ζωγράφος». Φοβήθηκα ότι θα μου αρνούνταν οπότε του απάντησα πολύ γρήγορα πως ναι, αυτό ήταν αλήθεια αλλά μόνο αν με ζωγράφιζε ο Κλιμτ θα γινόμουν αθάνατη. Αυτό το δέχθηκε».


Μέρος Β Στον Πάνο: Σίλε vs Τσαϊκόφσκι

Στις 27 Οκτωβρίου του 1918 η Εντιθ Σίλε, ο τελευταίος έρωτας κι ο μόνος γάμος ενός άνδρα που αγάπησε όλες τις γυναίκες του ωσάν εαυτόν κι αγάπησε τον εαυτό του μέχρι λατρείας, έφυγε από τη ζωή, όντας έγκυος στο παιδί τους. Ένα μες στα εκατομμύρια θύματα της γρίπης που θέριζε σε ολόκληρη την Ευρώπη. Όποτε διαβάζω για αυτή τη γρίπη, σε κάποιο βιβλίο ή σε κάποιο άρθρο τώρα τελευταία με τη γρίπη των πτηνών, σκέφτομαι το ζεύγος Σίλε, σκέφτομαι πως οι ιστορίες όλων αυτών των ανθρώπων που πια αναφέρονται ως νούμερο (τόσα εκατομμύρια) μπορεί να αφορά τόσαεκατομμύριαδιαδύο ζευγάρια, τόσεςεκατομμύριαδιαδυο μοναδικές ερωτικές ιστορίες με τραγικό τέλος… Πόσο σάρκινος θάνατος, πόσο εξαυλωμένος έρως…

27 Οκτωβρίου 1918


«Ο Σίλε πήρε την ετοιμοθάνατη γυναίκα του στα χέρια, όλη τη νύχτα την κρατούσε αγκαλιά και την καταφιλούσε. Σε μια κίνηση απελπισίας, για να συλλάβει το εξασθενημένο πνεύμα της, τη ζωγράφισε έτσι, εγκαταλειμμένη στο μαξιλάρι. Ύστερα, έβαλε ένα κομμάτι χαρτί κι ένα μολύβι στα χέρια της Έντιθ κι εκείνη, στην έσχατη έκλαμψη, έγραψε ένα τραγικά κακογραμμένο ερωτικό γράμμα σε κείνον

Σαγαπώ, Σ αγαπώ ατελείωτα και σχεδόν πιο απεριόριστα και ----στα η Εντιθ σου

Στις οκτώ το πρωί, η Εντιθ πέθανε. Ο Σίλε ήδη είχε κολλήσει και του ήταν αδύνατο να σταθεί στα πόδια του. Τέσσερις μέρες αργότερα, ενώ η επικήδειος πομπή της Έντιθ περνούσε έξω από το παράθυρό του, ο Σίλε βρισκόταν σε επιθανάτια αγωνία. Πέθανε τη νύχτα της 31ης Οκτωβρίου προς 1η Νοεμβρίου, στη μία το πρωί. Τα τελευταία του λόγια ήταν «ο πόλεμος τελείωσε και πρέπει να φύγω».

Κι αυτό από την Αλεξάνδρα και το βιβλίο της. Από τα δυό πορτραίτα της Beer, το πρώτο Σίλε, το δεύτερο Κλιμτ. Η τελευταία εικόνα - το κορίτσι κι ο θάνατος -- είναι Σίλε. Κι η πρώτη, με τις φιλενάδες, γυμνή και ντυμένη, είναι Κλιμτ (φυσικά).

Το Σίλε τον κατηγόρησαν ως και για παιδεραστή, τον δίωξαν, τον πολέμησαν και χάρηκαν που πέθανε. Τώρα του κάνουνε ρετροσπεκτίβες.

3.1.06

Santa Claus΄ outing...

Την επαύριον της Πρωτοχρονιάς, ξημερώνοντας Δευτέρα, μαζευτήκαμε, κατά το δικό μας έθιμο, τα τεκνοποιήσαντα κουρέλια που τραγουδάν ακόμη (τι μου κάνεις Αλόβαρε...), πίνοντας σπιτικό απειρωτάν τσίπουρο, σιγοτρώγοντας σπιτικό λουκάνικο γεμιστό με σύγκλινο (γειά σου λεβέντη μάστορα!) και σχεδιάζοντας την επόμενη εξόρμηση εις το Φάληρον της παλαιάς Εθνικής οδού Λαρίσσης Βόλου (στη Φωφ’) και εις τα έναντι Άγραφα των κλαρίνων. Σε κάποιο διάλειμμα, διηγηθήκαμε και τι ζήτησαν τα καμάρια μας από τον Άγιο Βασίλη. Κατόπιν, δόθηκαν τα βραβεία για τα τρία πρώτα γράμματα της περασμένης χρονιάς, ερήμην των νικητριών και των νικητών (τα είχαμε παρκάρει απαξάπαντα στις γιαγιάδες).

Νικήτρια των καλλιστείων γράμματος στον Αη- Βασίλη ανακηρύχθηκε το Γιγαντοκόριτσο, η τρομερή και φοβερή Κασσάνδρα που πάει "τάξη νήπια" (εμ τι θα πήγαινε, νεοταξ, που λέει και το αστέρι μου;), με πόνημα, το οποίο υπαγόρευσε στην "μόνο εγω ξέρω πως κρατήθηκα και δεν έσκασα στα γέλια" μαμά της. Η λοκάντα μας εξασφάλισε αποκλειστικά για την ευλογερία την επιστολή- σταθμό στην ιστορία του ΣανταΚλάους:

"Αγαπημένε μου Άγιε Βασίλη,

θα ήθελα να μου φέρεις ένα κουνέλι ψεύτικο και ένα ομοίωμα Σάντα Κλάους κούκλα που να φοράει φούστα μπαλέτου ζωγραφισμένη με όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου και να κρατάει ομπρέλα και να περπατάει πάνω στο μεταξωτό σκοινί.
Η φίλη σου,
Κασσάνδρα".

Μετά ταύτα, η ημετέρα ταπεινότης τηλεφώνησε και ζήτησε από τη νεαρά σουρρεαλιστοθυγατέρα να ζωγραφίσει για πάρτυ σας αυτά που είχε ζητήσει από τον Άγιο, κι από τον σουρρεαλιστοπατέρα να το σκανάρει και να το στείλει. Δεύτερη αποκλειστικότητα, λοιπόν (Makis eat your heart out), το έργο της, που απεικονίζει μοναδικά τον Σάντα Κλάους μπαλαρίνα-ακροβάτισσα και τον ψεύτικο κούνελο. (Σάντα Κλάους αζ οποουζντ του Άγιος Βασίλης, καθότι ο Αη-Βασίλης δε διαφημίζει κόκακολα ούτε γυρνοβολάει νυχτιάτικα με κερατάδες).

Δεν ξέρω αν προσέξατε ότι ο κούνελος είναι ροζ και φοράει ένα σκουλαρίκι. Διευκρινίζω ακόμη ότι αυτό που κρατάει ο ΣανταΚλαους στο χέρι του είναι ομπρέλα κι όχι μπαστούνι του γκολφ.

Λεπτομέρεια με σημασία: όταν ρωτήσαμε τη νεαρά συγγραφέα και ζωγράφο αν η κούκλα που ζήτησε θα έχει και μουσική, απάντησε ναι "θα παίζει τη Μισιρλού".

υγ Δεύτερο βραβείο δόθηκε στην οκτάχρονη Ελισάβετ, η οποία ζήτησε "τον Μουστάκα, το Τζάμπο και το Μαξ ολόκληρα". Τρίτος ο αυτοκράτορας.

1.1.06

Το μυθιστόρημα του κυρίου Παύλου

Στον γνωμοδότη - πόση χαρά μου έδωσε δε μπορώ να σας περιγράψω!

Pero no quiero mundo ni sueno, voz divina,
quiero mi libertad, mi amor humano
en el rincon mas oscuro de la brisa que nadie quiera.
!Mi amor humano!*


Ο κύριος Παύλος έχει μιαν γάτα περσική, ανατολίτισσα, νωχελική. Κάποτε την φοράει σαν κασκόλ γύρω από το λαιμό του. Είναι πολύ ευαίσθητα τα λαιμά του, πολύ. Ο κύριος Παύλος έχει μια γάτα πέρσικη. Της ζωγραφίζει ψάρια να χορτάσει. Έχει μια γάτα καλομαθημένη. Της ζωγραφίζει χρυσόψαρα σπάνια, όμοια πολύ με εκείνα που χάζευε ο Χουντερβάσσερ στις γιαπωνέζικες λιμνούλες. Της ζωγραφίζει ψάρια πολύχρωμα- Τροπικά.

Ο κύριος Παύλος έχει μια γάτα που τη λένε Μπίμπο. Την έχει πριν οι αμερικάνοι βαρύνουν ηθικά τη λέξη. Προ βαβαβουμ ακόμη, πριν απ τα τζιουκ μποξ, τα τζιουκ τζόιντς, τα τζόιντς, το διαιθυλαμίδιο του λυσεργικού οξέως. Είναι μια γάτα πέρσικη, γερμανίδα του λυσεργικού οξέως και του κυρίου Παύλου. Ονειρεύεται ψάρια. Ο κύριος Παύλος βλέπει τα ψάρια, τα πουλιά στο μυαλό της και τα ζωγραφίζει.

Τα απογεύματα, πριν δεχθούν επισκέψεις, ο κύριος κι η κυρία Κλέε βγάζουν τη γάτα τους βόλτα στους ροδόκηπους. Είχαν τάξει ο ένας στον άλλο ροδόκηπους στα ερείπια.


Ο κόσμος κοιλοπόνεσε τη βαρβαρότητα με υπομονή. Δύσκολη εγκυμοσύνη. Οι ροδόκηποι στάθηκαν το μόνο αποτελεσματικό όπλο εναντίον της, είπε ο κύριος Παύλος.

Το πικάπ παίζει I beg your pardon, I've never promised you a rose garden καταστρέφοντας το μέλλον μας

Η Μπίμπο δεν είχε δικαίωμα να ξύνει με τα νύχια της τις τριανταφυλλιές. Αντιθέτως, μπορούσε να γρατσουνά ελεύθερα τα τελάρα που χρησιμοποιούσε ο κύριος Παύλος στο ροδόκηπο τις μακρυές νύχτες του χειμώνα. Κρατούσαν ζεστά τα ερείπια τριαντάφυλλα και τους περαστικούς γαλάζιους καβαλάρηδες, ελεύθερους καλπάζουν ελεύθερους καλπάζουν ελεύθερους στην παράδεισο χωρίς ροδόκηπους.

Τα βράδυα, όταν γυρίζουν στο σπίτι, ο κύριος Παύλος ζωγραφίζει πίξελς. Οι μηχανικοί λογισμικού που ονειρεύομαι τις νύχτες δίπλα μου βλέπουν πως, ολοφάνερα ο κύριος Παύλος εφηύρε τα πίξελς πριν ανακαλυφθούν τα πίξελς.

Ο κύριος Παύλος είναι μια μαγική μηχανή πριν οι μηχανές χάσουν τη μαγεία τους. Πάνω από εννέα χιλιάδες τελάρα πρώτης ποιότητος. Το άιζο το έχει σίγουρο, όταν ανακαλυφθεί. Άλλωστε, το προϊόν του είναι μοναδικό.

cuando todas las rosas manaban de mi lengua*


Κανένα κίνημα δεν τόλμησε να τον διεκδικήσει. Όλα αναγνώρισαν την εικόνα τους στις εικόνες του.

Είναι αναπαραστατικός, είναι «αφηρημένος» γαμώ την εξουσία τους μέσα, την πονηρία τους με τις λέξεις μέσα γαμώ,

είναι δηλαδή συμπυκνωμένος και πολύ συγκεκριμένος,

κάνει μικρά έργα, χαρτόνια, τελάρα, χαρτιά φτενά, ξύλα,

μικρά έργα

τραβά γραμμές, δεν τραβά γραμμές, αφήνει το νερό να κυλήσει χρώμα,

το λάδι,

το μελάνι,

και ξαφνικά βγάζει τη γλώσσα στους ντανταϊστας μου, αυτός, ένας αληθινός κύριος βγάζει σκανταλιάρικα τη γλώσσα στο χαμένο έργο με τον πίθηκο –

είναι ένα έργο που μόνο μια φορά είδα σε ένα ιταλικό αλμανάκ για το νταντά που δεν ήταν δικό μου, μου φαίνεται ήταν πικάμπια, πικατερπίλαρ

– ο μυστηριώδης αρχαιοελληνικός στίχος Πίκατε Πίλαρ, μόνο οι δρυίδηδες κι οι ντανταϊστας αγνοούν γνωρίζοντας υποσυνειδήτως ακόμη ακόμη --

όλα μου φαίνονταν Πικάμπια τότε οπότε ανοησίες λέω,


όμως

το έργο ήταν αληθινό, ήταν ένας βαλσαμωμένος πίθηκος καρφωμένος στο κέντρο του τελάρου, ή μάλλον ξύλου,

είναι ο καλλιτέχνης που δημιουργεί, που πιθηκίζει, που γνωρίζει ότι η τέχνη είναι μια παραβολή της Δημιουργίας, δηλαδή είναι ο κύριος Παύλος.

Έχει πολύ χιούμορ. Εγκεφαλικό – όπως όλα του. Ακόμη κι η τρυφερότητά του είναι εγκεφαλική. Δεν ξέρω άλλον να καταφέρει τέτοιο οξύμωρον. Ξέρω, Κύριε, ξέρω. Είναι εκλεκτός ο κύριος Παύλος, όμως, ότι κι αν πεις.

Αγαπά πολύ τη μουσική, επίσης. Παίζει, ναι, το έχουν οικογενειακό. Τον μεγάλωσαν δυό μουσικοί μες στη μουσική. Τη ζωγραφίζει όπως εκείνοι ποτέ.

Τη ζωγραφίζει καλύτερα. Όχι θέμα, τέλος στο θέμα. Όχι αφεντάδες, τέλος οι αφεντάδες.

Είναι ο Σπάρτακος. Κίνηση, ενέργεια, φως κι αθωότητα. Πίσω στην απλότητα
δηλαδή στη μουσική

που

δε με νοιάζει τι λένε όλοι με νοιάζει που χωρά η μουσική παντού μυθική κι αρχαία


Το πικάπ παίζει giving me head on the unmade bed προκαλώντας μου πόνο

η όπερα, η μουσική, οι μουσικοί, το πεντάγραμμο που έγινε τελάρο και δες, δες αγάπη μου που θα περπατήσουμε,

δες, εκεί γαδε το χωραφάκι κεζονί είναι του αστεριού μου,
τα στιχάκια, τα τραγούδια και τα λόγια τους, οι ποιητές κι οι συγγραφείς είναι η μουσική,

η μουσική που ζωγραφίζει, η μουσική που γεννά το βιολί το πινέλο δες

μόνο εσύ είδες που με ζωγράφισε, ω, κι άλλα αγόρια ποιήματα με γνώρισαν, κι άλλα αγόρια ζωγραφιστά ή με νότες, όμως μόνο εσύ είπες «δε χρειαζόταν, σε ζωγράφισε ο Κλέε» και μου φόρεσες τη μουσική στο λαιμό μου μια στιγμή μουσική εσύ κόσμημα για να μπορέσει να λάμψει το ρούχο

με ξαναζωγράφισε μα δε στο είπα, με ζωγράφισε σε κείνα τα τελάρα, τα μικρά ως συνήθως τελάρα που ήταν στο Ντυσσελντορφ κι ήταν εγώ, το ένα το λέγαν Blooming το άλλο Dangerous, blooming dangerous

μα ύστερα ίσως να ήταν κι αυτοπροσωπογραφία για βιολί και ορχήστρα


Κάπταιν μου, Κουκ σκαμμένε κήπε κι αφράτο χώμα, μαθαίνω ότι ο Βολταίρος έγραψε Κανδίδ για να ζωγραφίσει ο Παύλος, για να ανακαλύψει ο κόσμος τον Παύλο κι έτσι χρωστώ κι εγώ στον Βολταίρο, σημειώστε

και βεβαίως χρωστώ στην κυρία Λίλυ Κλέε που έδιδε ιδιαίτερα μαθήματα πιάνου σε νέους μαθητές, σε σπαστικά κωλόπαιδα, σε καλότροπα μαθητούδια, για να μπορεί ο κύριος Παύλος να ζωγραφίζει, να σκιτσάρει

Ευχαριστώ, κυρία Λίλυ


στην κυρία Λίλυ που του πήρε δώρο την πρωτοχρονιά σινική μελάνι και μύτες για το πενάκι και χοντρό ραφινάτο χαρτί και είπε «Συνέχισε να είσαι ο σαγαπάω μου»

Ασπάζομαι τη δεξιά σας, διδασκάλισσα Λίλυ

που του έδωσε μια σπρωξιά και του είπε «σε παρακαλώ να με αφήνεις μόνη τα βράδυα και να τριγυρνάς με το Βασίλη και το Φραντς και με τον Αύγουστο γιατί είναι στήριγμα γαλάζιων καβαλάρηδων»

στην υγειά σου Λίλυ, στην καρδιά σου Λίλυ, ας πιούμε ένα τώρα που τα αγόρια είναι στην Τυνησία και τόχουν ρίξει στο νερόχρωμα, ας πιούμε ένα δυνατό και κανόνισε να βγούμε ένα βράδυ ψυχή μου!


Ο κύριος Παύλος – τι ειρωνικό αλλά κι αναμενόμενο αν το σκεφτείς – άρχισε να πουλάει στο μεγάλο πόλεμο. Ζωγραφιές γλυκές, απλές, ήρεμες, εκείνης της παιδικότητας που καλλιέργησε με τόσο πόνο, πουλούσαν σα ζεστό ψωμί καθώς οι ακρωτηριασμένοι γύριζαν σπίτι καθώς οι περισσότεροι κομματιάζονταν στο ηρωικόν πεδίον της μάχης καθώς ο κύριος Παύλος ανακάλυπτε το νταντά.

Πόσο ευτυχή με κάνετε, κύριε Παύλο, τα σέβη μου, ένα ζεστό φιλί στην κυρία σας, πόσο ευτυχή με κάνετε στη Ζυρίχη της καταγωγής σας στο καμπαρέ της νίκης του ανθρώπου

κύριε Παύλο, μη σας καθυστερώ έχετε χιλιάδες τελάρα να ζωγραφίσετε, μαθαίνω ξεκινήσατε τα λάδια πια, κερδίσατε τη σιγουριά, διώξατε την ανασφάλεια, μαθαίνω αγαπάτε ακόμη το μελάνι αλλά χοντρύναν οι γραμμές, πόσο μ αρέσουν, ειδικά ετούτη η αγκαλιά, έτσι το λέτε «αγκαλιά» και με χώρεσε κι ευχαριστώ, είστε γενναιόδωρος άνδρας Παύλο, είστε μουσικός ζωγράφος ποιητής, Είστε αυτός που κάνει τα αηδόνια να κελαηδούν, αυτοκράτορα.

Ο κύριος Παύλος έφυγε. Έφυγε για τη Βαϊμάρη, να διδάξει. Ο Βάλτερ Γκρόπιους τον κάλεσε, μαζί και το Βασίλη και τον Λάσλο

να διδάξει τους μηχανισμούς της τέχνης. Ο κύριος Παύλος έγραψε το αλφαβητάρι της ζωγραφικής, της καινούριας τίμιας κι απλής ζωγραφικής, της ζωγραφικής μουσική και της ζωγραφικής ποίημα και της ζωγραφικής τραγούδι και της ζωγραφικής κίνηση τόση κίνηση και της ζωγραφικής του ανθρώπου που δεν γνώρισε την πτώση

Ο κύριος Παύλος έγραψε 3.300 σελίδες θεωρία της αθωότητας, τις έβαλε δίπλα στις 9.000 τελάρα του και είπε γεια χαρά σου στον Βάλτερ κι άφησε ξωπίσω του μια τρύπα κι ανακάλυψε τα πίξελς ο Entartete Kunst, ένας ακόμη Entartete Kunst και μάλιστα σπαρτακιστήςζων

Όλα τα ξέρει η Γκεστάπο, ποτέ δε χρειάστηκε κάμερες και μικροτσίπ, όλα τα ξέρει ανέκαθεν, προδότες χρειάστηκε

Τους εκδικήθηκε καταφεύγοντας στην Ελβετία, τους εκδικήθηκε άρρωστος με σκληροδερμία, τους εκδικήθηκε υγιής με τρυφεροκαρδία, τους εκδικήθηκε χαϊδεύοντας τα πλήκτρα της Λίλυς, πονώντας τους εκδικήθηκε, με δύσπνοια, με εμετούς, ζωγραφίζοντας δυνατά τους εκδικήθηκε, με εφηβική οργή, με τόλμη και χρώμα, επιτέλους χρώμα άγριο σαν την εποχή, επιτέλους γραμμές που προφήτευαν τη νίκη μας επί του θανάτου.

Ο κύριος Παύλος ζωγράφιζε τη μουσική

Ζωγραφίζοντας τη μουσική,

Ο κύριος Παύλος νίκησε το θάνατο.


------
* Μα ούτε τον κόσμο πόθησα ούτε το όνειρο, θεία φωνή,
Πόθησα τη λευτεριά μου, την ανθρώπινή μου αγάπη,
Κρυμμένη στης αύρας την απόμερη γωνιά που ουδείς επόθησε.
Την ανθρώπινή μου αγάπη!

*
Όταν όλα τα τριαντάφυλλα ξεχύθηκαν απ’ τη γλώσσα μου* (την εικαστική, εν προκειμένω)

Του Φεδερίκου Γαρθία Λόρκα, Διπλό ποίημα στη λίμνη της Εδέμ. Η μετάφραση δική μου άρα άσταναπανε.
---------------

Πέρυσι, στα επτά, έφερε τρέχοντας τη ζωγραφιά που δεν είμασταν αυτός κι εγώ κι ο ήλιος και τα λουλούδια αλλά ήταν το τζάκι μας "ζωγράφισα το τζάκι μας" και του είπα "μου θύμισες Κλέε" κιέτσι μάθαμε κι οι δυό κάτι για τον κύριο Παύλο. Θα θέλαμε να καθίσετε μπρος στο τζάκι μας να σας τρατάρουμε τσουρεκάκι και κασέρι με καφέ βαρύγλυκό. Ορίστε και χρόνια σας πολλά!